Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020

Πλάτων: Η Γνώση Είναι Ανάμνηση Γιατί η Ψυχή Γνωρίζει Ανέκαθεν


Πλάτων
Ο Πλάτωνας στο βιβλίο του «ΜΕΝΩΝ» αναλύει επακριβώς την άποψή του για την ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, αλλά και για το άμεσο συμπέρασμα που προκύπτει από αυτό καθεαυτό το γεγονός της αθανασίας.

ΠΛΑΤΩΝ, ΜΕΝΩΝ

Ἅτε οὖν ἡ ψυχὴ ἀθάνατός τε οὖσα καὶ πολλάκις γεγονυῖα,
καὶ ἑωρακυῖα καὶ τὰ ἐνθάδε καὶ τὰ ἐν Ἅιδου καὶ πάντα
χρήματα, οὐκ ἔστιν ὅτι οὐ μεμάθηκεν· ὥστε οὐδὲν θαυμαστὸν
καὶ περὶ ἀρετῆς καὶ περὶ ἄλλων οἷόν τ’ εἶναι αὐτὴν ἀναμνη-
σθῆναι, ἅ γε καὶ πρότερον ἠπίστατο. ἅτε γὰρ τῆς φύσεως
[81d] ἁπάσης συγγενοῦς οὔσης, καὶ μεμαθηκυίας τῆς ψυχῆς ἅπαντα,
οὐδὲν κωλύει ἓν μόνον ἀναμνησθέντα ―ὃ δὴ μάθησιν καλοῦσιν
ἄνθρωποι― τἆλλα πάντα αὐτὸν ἀνευρεῖν, ἐάν τις ἀνδρεῖος ᾖ
καὶ μὴ ἀποκάμνῃ ζητῶν· τὸ γὰρ ζητεῖν ἄρα καὶ τὸ μανθάνειν
ἀνάμνησις ὅλον ἐστίν.

ΜΤΦΡ
Επειδή λοιπόν η ψυχή είναι αθάνατος, και έχει γεννηθή επανειλημμένως, και έχει ιδεί όλα τα πράγματα, και εδώ και εις τον Άδην, δεν υπάρχει τίποτε που να μη το έχει μάθει· ώστε δεν πρέπει ν’ απορήσωμεν εάν της είναι δυνατόν να ενθυμηθή και ως προς την αρετήν, και ως προς άλλα πράγματα, αυτά που εγνώριζε και από πριν. Διότι επειδή όλα τα πράγματα συγγενεύουν μεταξύ των, και αφού η ψυχή τα έχει μάθει κάποτε όλα, τίποτε δεν εμποδίζει τον άνθρωπον, μόλις ενθυμηθή το ένα, πράγμα που οι άνθρωποι ονομάζουν μόλις το μάθη, να επανεύρη πάλιν όλα τα άλλα, εάν έχη κανείς θάρρος και δεν κουράζεται με την αναζήτησιν· διότι και η αναζήτησις και η εύρεσις είναι όλα μαζί μία ανάμνησις.

Ο Πλάτωνας στο βιβλίο του «ΜΕΝΩΝ» αναλύει επακριβώς την άποψή του για την ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, αλλά και για το άμεσο συμπέρασμα που προκύπτει από αυτό καθεαυτό το γεγονός της αθανασίας.

Υποστηρίζει δηλαδή, ότι η Ψυχή μας, λόγω της αιώνιας και άφθαρτης φύσης της, είναι σε θέση να γνωρίζει τα πάντα, αφού κατά την διάρκεια των προηγουμένων ενσαρκώσεών της, έχει ζήσει πάρα πολλές και διαφορετικές καταστάσεις, τις οποίες όμως δυστυχώς δεν μπορεί να θυμάται, όσο βρίσκεται σε ένσαρκη κατάσταση.

Σε αυτήν την λογική βασίζεται η περίφημη άποψη του Πλάτωνα ως προς το θεμελιώδες θέμα της ανάμνησης, υποστηρίζοντας ξεκάθαρα ότι «Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΗ»
Ας δούμε όμως αναλυτικά, το σχετικό απόσπασμα του διαλόγου μεταξύ του Σωκράτη και του Μένωνα, σε ό,τι αφορά στο θέμα της ΑΝΑΜΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ.

Διαλογος Σωκρατης – Μενων

Σωκράτης: ἔγωγε: ἀκήκοα γὰρ ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν σοφῶν περὶ τὰ θεῖα πράγματα.
Βεβαίως, έχω ακούσει πολλούς σοφούς άνδρες και γυναίκες, που ανέπτυξαν θεολογικές συζητήσεις.

Μένων: τίνα λόγον λεγόντων;
Ποια επιχειρήματα πιστεύεις ότι χρησιμοποιούσαν;

Βάλε το email σου στην φόρμα για να λαμβάνεις τα άρθρα μας.
Διεύθυνση Email:
Το email σου εδώ

Σωκράτης: ἀληθῆ, ἔμοιγε δοκεῖν, καὶ καλόν.
Πιστεύω ότι ο τρόπος που ανέπτυσσαν τα θέματά τους, βασιζόταν στην αλήθεια και γι αυτό παρουσίασαν ωραίες ιδέες.

Μένων: τίνα τοῦτον, καὶ τίνες οἱ λέγοντες;
Ποια είναι αυτά τα λόγια και ποιοι ήταν αυτοί οι σοφοί άνθρωποι που τα ανέπτυσσαν;

Σωκράτης: οἱ μὲν λέγοντές εἰσι τῶν ἱερέων τε καὶ τῶν ἱερειῶν ὅσοις μεμέληκε περὶ ὧν μεταχειρίζονται λόγον οἵοις τ᾽ εἶναι διδόναι:
Άλλοι μεν από τους ομιλητές ανήκαν στην τάξη των ιερέων ή και των ιερειών, εφόσον αυτοί είχαν το ενδιαφέρον να αναπτύξουν τέτοιου είδους θεολογικά θέματα, κάτι που βεβαίως θεωρούμε δεδομένο.

λέγει δὲ καὶ Πίνδαρος καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν ποιητῶν ὅσοι θεῖοί εἰσιν.
Το αναφέρει μάλιστα και ο Πίνδαρος, όπως και πολλοί άλλοι ποιητές που ασχολούνται με θεολογικά θέματα και είναι θεόπνευστοι,

ἃ δὲ λέγουσιν, ταυτί ἐστιν:
για τα οποία ισχυρίζονται ότι όσα λένε είναι αλήθεια.

ἀλλὰ σκόπει εἴ σοι δοκοῦσιν ἀληθῆ λέγειν.
Αλλά προσπάθησε να διερευνήσεις αν πράγματι τα όσα λένε ανταποκρίνονται στην αλήθεια.

φασὶ γὰρ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀθάνατον,
Αυτοί οι σοφοί, ισχυρίζονται λοιπόν ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη,

καὶ τοτὲ μὲν τελευτᾶν ὃ δὴ ἀποθνῄσκειν καλοῦσι τοτὲ δὲ πάλιν γίγνεσθαι,
και αυτό που ΟΝΟΜΑΖΟΥΝ ΘΑΝΑΤΟ θεωρείται ένα προσωρινό τέλος που συμβαίνει κάποια δεδομένη στιγμή, ενώ κάποια άλλη στιγμή αργότερα, Η ΨΥΧΗ ΕΠΑΝΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΝΕΟ ΣΩΜΑ,

ἀπόλλυσθαι δ᾽ οὐδέποτε:
με αποτέλεσμα, Η ΨΥΧΗ ΠΟΤΕ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΤΑΙ.

δεῖν δὴ διὰ ταῦτα ὡς ὁσιώτατα διαβιῶναι τὸν βίον:
Για τον λόγο αυτόν, θα έπρεπε κάθε άνθρωπος να διάγει τον βίο του με ΟΣΟ ΤΟ ΔΥΝΑΤΟΝ ΕΝΤΙΜΟΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟ.

οἷσιν γὰρ ἂν
Αυτοί οι σοφοί, θα πρέπει να γνωρίζουν το εξής ποίημα (του Πινδάρου)

Φερσεφόνα ποινὰν παλαιοῦ πένθεος δέξεται,
«Η Περσεφόνη υποδέχεται την Ψυχή του νεκρού, (στον κάτω κόσμο του Πλούτωνα) και της επιβάλλει την ποινή που αναλογεί στις αμαρτίες του προηγούμενου ένσαρκου βίου της,

εἰς τὸν ὕπερθεν ἅλιον κείνων ἐνάτῳ ἔτεϊ ἀνδιδοῖ ψυχὰς πάλιν,
για να τιμωρηθεί όταν επανενσαρκωθεί, μετά την πάροδο εννέα ετών (στον επάνω κόσμο της θάλασσας του Ποσειδώνα) που ζούνε οι ένσαρκες Ψυχές.»

ἐκ τᾶν βασιλῆες ἀγαυοὶ
Μέσα από αυτήν την διαδικασία της επανενσάρκωσης, επανέρχονται στη ζωή ακόμα και οι βασιλικές ψυχές,

καὶ σθένει κραιπνοὶ σοφίᾳ τε μέγιστοι ἄνδρες αὔξοντ᾽:
με ισχυρό σθένος και με σοφία, ώστε να εξελιχθούν σε ανθρώπους μέγιστης σημασίας.

ἐς δὲ τὸν λοιπὸν χρόνον ἥρωες ἁγνοὶ πρὸς ἀνθρώπων καλεῦνται.
Αυτές τις ενσαρκωμένες ψυχές οι άνθρωποι τις αποκαλούν ήρωες και τις λατρεύουν αιωνίως.

ἅτε οὖν ἡ ψυχὴ ἀθάνατός τε οὖσα καὶ πολλάκις γεγονυῖα,
Εφόσον λοιπόν αυτή η Ψυχή έχει ενσαρκωθεί πολλές φορές ΚΑΘΟΤΙ ΕΧΕΙ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΘΑΝΑΤΗ,

καὶ ἑωρακυῖα καὶ τὰ ἐνθάδε καὶ τὰ ἐν Ἅιδου καὶ πάντα χρήματα,
και έχει δει πάρα πολλά, τόσο τα ΟΡΑΤΑ που συμβαίνουν στον κόσμο των ζωντανών, όσο και τα ΑΟΡΑΤΑ που συμβαίνουν στον κόσμο του Άδη, και με τον τρόπο αυτόν, έχει γνωρίσει όλα αυτά που κάποια στιγμή θα της χρησιμεύσουν,

οὐκ ἔστιν ὅτι οὐ μεμάθηκεν
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΠΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΟΤΙ Η ΨΥΧΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΙΔΑΧΘΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ!

ὥστε οὐδὲν θαυμαστὸν καὶ περὶ ἀρετῆς καὶ περὶ ἄλλων οἷόν τ’ εἶναι αὐτὴν ἀναμνησθῆναι, ἅ γε καὶ πρότερον ἠπίστατο.
Ώστε δεν πρέπει να μας προκαλεί εντύπωση ούτε και θαυμασμό, το γεγονός ότι η Ψυχή έχει την δυνατότητα να επαναφέρει στην μνήμη της όλα αυτά για τα οποία έχει αποκτήσει γνώσεις στις προηγούμενες ενσαρκώσεις της, τόσο όσον αφορά το θέμα της αρετής όσο και όλα τα άλλα θέματα.

ἅτε γὰρ τῆς φύσεως ἁπάσης συγγενοῦς οὔσης,
Επειδή λοιπόν ο,τιδήποτε που βρίσκεται μέσα στη φύση, συγγενεύσει με το σύνολό της,

καὶ μεμαθηκυίας τῆς ψυχῆς ἅπαντα,
και εφόσον Η ΨΥΧΗ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ,

οὐδὲν κωλύει ἓν μόνον ἀναμνησθέντα ὃ δὴ μάθησιν καλοῦσιν ἄνθρωποι
δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο, η Ψυχή να μπορέσει να επαναφέρει στην μνήμη της ένα γεγονός, το οποίο οι άνθρωποι ονομάζουν διδασκαλία.

τἆλλα πάντα αὐτὸν ἀνευρεῖν,
Κατόπιν η Ψυχή θα έχει την δυνατότητα να θυμηθεί όλα τα υπόλοιπα γεγονότα που έχει βιώσει στις προηγούμενες ζωές της, όπως επίσης και όλες τις γνώσεις που είχε αποκτήσει.

ἐάν τις ἀνδρεῖος ᾖ
Όλα αυτά θα συμβούν υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτει κάποιος την απαιτούμενη ανδρεία, (ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει ακόμα και τις δύσκολες καταστάσεις που βίωσε η ψυχή στις προηγούμενες ζωές)

καὶ μὴ ἀποκάμνῃ ζητῶν:
και να μην παραιτηθεί με την δικαιολογία της εξάντλησης από αυτήν την προσπάθεια.

τὸ γὰρ ζητεῖν ἄρα καὶ τὸ μανθάνειν ἀνάμνησις ὅλον ἐστίν.
Σαν τελικό συμπέρασμα καταλήγουμε ότι κάθε έρευνα αλλά και κάθε διδασκαλία πρέπει να έχει σαν στόχο ΝΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΚΑΙ ΓΝΩΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ ΜΑΣ.

Πηγή: awakengr.com
Under Creative Commons License: Attribution Share Alike
https://www.facebook.com/groups/661198973967743/

platonakademy

Πλάτων – Διαίρεση της έννοιας της τρέλας




Στα ακόλουθα αποσπάσματα, από τον Φαίδρο του Πλάτωνα, ο Σωκράτης διακρίνει δύο μορφές τρέλας, μανίας στα ελληνικά, και τέσσερα είδη της δεύτερης μορφής. Για να το κάνει, καταφεύγει στην τεχνική που ονομάζεται «διαίρεση», με την οποία προχωρά στον ορισμό της έννοιας μέσω διαδοχικών διακρίσεων.


ΣΩΚΡΑΤΗΣ: […] Δεν είναι αληθινός ο λόγος που υποστηρίζει ότι, αν έχει κάποιος δίπλα του έναν ερωτευμένο, πρέπει να δίνεται σε κάποιον που δεν αγαπά, γιατί ο πρώτος κατέχεται από μανία, ενώ ο δεύτερος ενεργεί με σύνεση. Και βέβαια, αυτό θα ήταν σωστό να λέγεται, αν η μανία ήταν κακό πράγμα. Αντίθετα, όμως, τα μεγαλύτερα καλά μας συμβαίνουν μέσω της μανίας, η οποία μας προσφέρεται ως θεϊκό δώρο. Τόσο η προφήτισσα των Δελφών όσο και οι ιέρειες στη Δωδώνη, έκαναν πολλά καλά πράγματα στην Ελλάδα, και στις δημόσιες και στις ιδιωτικές υποθέσεις, όταν καταλήφθηκαν από μανία, ενώ όταν ήταν συνετές, λίγα ή τίποτα.

Αν, μάλιστα, αρχίσουμε να αναφερόμαστε στη Σίβυλλα και στους άλλους, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας μια μαντική δύναμη που τους έδωσε ο θεός, προφήτευσαν πολλά σε πολλούς και, έτσι, τους καθοδήγησαν στο μέλλον τους, θα καταλήξουμε να επαναλαμβάνουμε πράγματα γνωστά σε όλους.

[…] Σύμφωνα με τη μαρτυρία των παλιών, η μανία θεϊκής προέλευσης είναι καλύτερη από τη φρονιμότητα, επειδή η δεύτερη έχει ανθρώπινη προέλευση. Όμως, και από αρρώστιες και από τις μεγαλύτερες δυστυχίες, που έπεσαν επάνω σε μερικές οικογένειες εξαιτίας της θεϊκής οργής για παλιές αμαρτίες, η μανία απάλλαξε τους ανθρώπους, βρίσκοντας διέξοδο σε προσευχές στους θεούς και σε πράξεις λατρείας τους. Έτσι, έχοντας υιοθετήσει πρακτικές εξαγνισμού και ιερές τελετές, και για το παρόν και για το μέλλον, απάλλαξε από το βάρος των δεινών όποιον είχε κυριευθεί από αυτήν, και φέρνει λύτρωση σε όποιον καταλαμβάνεται κανονικά από τη θεϊκή μανία.


Η τρίτη μορφή μανίας και κατοχής, που πηγάζει από τις Μούσες, παίρνει μια ευγενική και αγνή ψυχή, την ενθουσιάζει και τη μαγεύει με ωδές και άλλα είδη ποίησης, και μορφώνει τις επόμενες γενιές εξυμνώντας αμέτρητα κατορθώματα των παλιών. Όποιος οδηγείται στις πόρτες της ποίησης χωρίς τη μανία των Μουσών, πεπεισμένος ότι θα γίνει μεγάλος ποιητής μόνο με την τεχνική του, θα γίνει ένας ατελής ποιητής και η ποίηση ενός συνετού ανθρώπου θα επισκιάζεται απ’ όσους κατέχονται από αυτή τη μανία.

Φτάσαμε, λοιπόν, στο σημείο όπου οδηγείται ο λόγος μας, δηλαδή στην τέταρτη μανία -αυτήν που, όταν την έχει κανείς, βλέπει τη γήινη ομορφιά και θυμάται την αληθινή, αποκτά ξανά φτερά, με διάθεση να πετάξει, αλλά δεν μπορεί, και κοιτάζει ψηλά, όπως το πουλί, αμελώντας τα γήινα πράγματα, και κατηγορείται για μανία- και ο λόγος φτάνει, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι η πιο ευγενική απ’ όλες τις μορφές θεϊκής μανίας, που προκαλείται, τόσο για εκείνον που την έχει μέσα του όσο και για εκείνον που τη μοιράζεται, απ’ ό,τι πιο ευγενές, και, επιπλέον, για όποιον νιώθει έρωτα για τα όμορφα όντα, επηρεασμένος από τη μανία αυτή, και λέγεται εραστής.


Γιατί, όπως έχει ειπωθεί κάθε ανθρώπινη ψυχή, από τη φύση της, έχει δει  τα πράγματα, αλλιώς δεν θα μπορούσε να φτάσει σε αυτό το ζωντανό πλάσμα. Δεν είναι, όμως, εύκολο για όλες τις ψυχές να θυμούνται αυτά τα πράγματα, ξεκινώντας από τα γήινα, ούτε για όσες είδαν για σύντομο χρονικό διάστημα τα πράγματα από την άλλη πλευρά, ούτε για όσους, αφού έπεσαν εδώ, είχαν την ατυχία να βιώσουν τη δυστυχία και να ξεχάσουν τα ιερά πράγματα που είχαν δει κάποτε. Λίγες ψυχές, λοιπόν, απομένουν, που συνεχίζουν να θυμούνται, αλλά αυτές, όταν βλέπουν κάτι που μοιάζει με τα επάνω πράγματα, εκπλήσσονται και δεν ελέγχουν πια τον εαυτό τους, καθώς αγνοούν τι είναι αυτό που υφίστανται, γιατί δεν μπορούν να το διακρίνουν καθαρά.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Δύο είναι τα είδη της μανίας- η μία προκαλείται από ανθρώπινες αρρώστιες, ενώ η άλλη από τη θεϊκής προέλευσης απομάκρυνση από τα καθιερωμένα.

ΦΑΙΔΡΟΣ: Βέβαια.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Τη θεϊκή τη διαιρέσαμε σε τέσσερα μέρη, που τα αποδώσαμε αντίστοιχα σε τέσσερις θεούς: τη μαντική έμπνευση στον Απόλλωνα, τη μυσταγωγική μανία στον Διόνυσο, την ποιητική στις Μούσες, και την τέταρτη στην Αφροδίτη και τον Έρωτα, και είπαμε ότι η ερωτική μανία είναι η καλύτερη.

***
Φαιδρός, 244α-245α, 2495, 265α-Β – Πλάτωνα, Fedro, επιμ. ιταλ. μτφρ. Roberto Velardi, Bur, Milano – 2006

«Η Ιστορία της Φιλοσοφίας» του Ουμπέρτο Εκο.

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Share this:

Πλάτωνας: «Οι σοφοί μιλούν επειδή έχουν κάτι να πουν. Οι ανόητοι μιλούν επειδή πρέπει κάτι να πουν» Μαρία Σκαμπαρδώνη


Ο Πλάτωνας μαζί με τον Σωκράτη και τον Αριστοτέλη, είναι η «αγία τριάδα» της Αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας. Ο Πλάτωνας είναι εκείνος που μαθήτευσε στο Σωκράτη και διέσωσε τη διδασκαλία του, ενώ παράλληλα, δίδαξε τον Αριστοτέλη.
Ο Πλάτωνας ανήκει στους ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επίδραση που πέρασαν ποτέ από τον κόσμο. Οι φιλοσοφικοί του διάλογοι άσκησαν τεράστια επίδραση στην Αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, ενώ θεωρείται η σπουδαιότερη επιρροή σε ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο μέχρι σήμερα.
Ο κόσμος των Ιδεών, η ύπαρξη της ψυχής μετά το βιολογικό θάνατο, η πνευματική διάσταση του έρωτα και η αναζήτηση για την ιδανική Πολιτεία, διαπότισαν το έργο του μεγάλου φιλοσόφου. Ο ίδιος θεωρούσε πως μόνο αν οι φιλόσοφοι κυβερνήσουν, θα επέλθει αρμονία στο κοινωνικό σύνολο, καθώς οι φιλόσοφοι διαπνέονται από ανώτερες αξίες και δεν παρασύρονται από προσωπικά οφέλη και μικρότητες.
Σημαντικά έργα του Πλάτωνα είναι η Απολογία του Σωκράτους, το Συμπόσιο που αναλύει τη φύση του έρωτα και η Πολιτεία και οι Νόμοι όπου ασχολείται με την ιδανική πολιτεία. Ο Πλάτωνας είναι ένας από τους σπουδαιότερους ανθρώπους όλων των εποχών. Αξίζει να δούμε μερικές από τις σημαντικότερες ρήσεις του, οι οποίες παραμένουν ακόμα επίκαιρες.

20 ρήσεις του Πλάτωνα που παραμένουν ακόμα επίκαιρες

1. «Μάλλον αδικείσθαι ή αδικείν. (Καλύτερα να σε αδικούν παρά να αδικείς)»
2. «Μια από τις τιμωρίες που δεν καταδέχεσαι να ασχοληθείς με την πολιτική είναι ότι καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου»
3. «Δεν υπάρχει πιο ακριβής ένδειξη κακής οργάνωσης της πολιτείας, από την αφθονία γιατρών και νομικών»
4. «Αυτή και μόνο είναι η ρίζα από όπου ξεπετιέται ένας τύραννος: όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά είναι ο προστάτης»
5. «Δικαιοσύνη σημαίνει ο καθένας να νοιάζεται για τις δουλειές του και να μην αναμιγνύεται στις δουλειές των άλλων»
6. «Δεν πρέπει να νοιαζόμαστε τόσο πολύ, για το τι θα πουν για μας οι πολλοί, αλλά τι θα πει όποιος ξέρει καλά για τα δίκαια και τα άδικα, ο ένας δηλαδή και αυτή θα είναι η αλήθεια»
7. «Οι σοφοί μιλούν επειδή έχουν κάτι να πουν. Οι ανόητοι μιλούν επειδή πρέπει κάτι να πουν»
8. «Ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο διαχωρισμός δύο πραγμάτων, του ενός απ’ το άλλο, δηλαδή της ψυχής από το σώμα»
9. «Ένας ήρωας γεννιέται ανάμεσα σε 100, ένας σοφός βρίσκεται ανάμεσα σε 1.000, αλλά ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος μπορεί να μην βρεθεί ούτε ανάμεσα σε 100.000»
10. «Από όλες τις ηδονές, ο έπαινος είναι η πιο γλυκιά»
11. «Το βλάκα μπορείς να τον καταλάβεις από δυο ενδείξεις: μιλάει για πράματα που είναι γι’ αυτόν άχρηστα και εκφράζει γνώμη για κάτι που κανένας δεν τον ρωτάει»
12. « Άνθρωπος: αυτός που αναλογίζεται και κρίνει όσα έχει δει»
13. «Φαίνεται πως η υπερβολική ελευθερία μετατρέπεται σε υπερβολική υποδούλωση»
14. «Ο θεός δεν έχει ευθύνη για τις πράξεις αυτών που έχουν ελευθερία επιλογής»
15. «Αυτός που κλέβει λίγα, κλέβει με την ίδια επιθυμία με αυτόν που κλέβει πολλά, αλλά με μικρότερη δύναμη»
16. «Από τις απολαύσεις, άλλες μεν είναι καλές κι άλλες κακές. Καλές μεν είναι οι ωφέλιμες, κακές είναι οι βλαβερές. Σκοπός όλων των πράξεών μας πρέπει να είναι το καλό και χάριν αυτού πρέπει τα πάντα να πράττουμε»
17. « Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού»
18. «Αφήστε τους γονείς να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους όχι πλούτη, αλλά το πνεύμα του σεβασμού»
19. «Όπως λένε οι κτίστες, οι μεγάλες πέτρες δεν στέκονται καλά χωρίς τις μικρότερες»
20. «Δεν πρέπει να νοιαζόμαστε τόσο πολύ, για το τι θα πουν για μας οι πολλοί, αλλά τι θα πει όποιος ξέρει καλά για τα δίκαια και τα άδικα, ο ένας δηλαδή και αυτή θα είναι η αλήθεια»

Αριστοτέλης – Πλάτωνας: “Πώς μπορεί να εξοντωθεί ένας λαός”


.

Δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά που ο Αριστοτέλης έγραψε τα «Πολιτικά» αποδείχθηκε, όχι μόνο επίκαιρος και σοφός, αλλά φάνηκε να ήξερε τον σχεδιασμό όσων ήθελαν να εξοντώσουν το λαό ο οποίος είναι ο ίδιος από τότε μέχρι σήμερα.

Αλλά και ο Πλάτωνας είχε σκιαγραφήσει πλήρως το αποτέλεσμα όσων ήταν άβουλοι και αμέτοχοι στα κοινά με αποτέλεσμα να φέρνουν πάνω από τα κεφάλια τους επικίνδυνους και καταστροφικούς κυβερνήτες. Το ίδιο όμως φαίνεται να συμβαίνει μέχρι και σήμερα.

Διαβάστε στο παρακάτω απόσπασμα την σημασία των λόγων του Αριστοτέλη:

«Επιδίωξη της τυραννίας είναι να πτωχεύσουν οι πολίτες, αφενός για να συντηρείται με τα χρήματά τους η φρουρά του καθεστώτος και αφ’ετέρου για να είναι απασχολημένοι οι πολίτες και να μην τους μένει χρόνος για επιβουλές. Σε αυτό το αποτέλεσμα αποβλέπει, τόσο η επιβολή μεγάλων φόρων, η απορρόφηση των περιουσιών των πολιτών, όσο και η κατασκευή μεγάλων έργων που εξαντλούν τα δημόσια οικονομικά.»

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ “ΠΟΛΙΤΙΚΑ”

.

Αλλά και ο Πλάτωνας είχε γράψει για τον λαό:

«Κάθε λαός είναι άξιος των ανθρώπων που τον κυβερνούν. Κανείς δεν είναι πιο υποδουλωμένος, από εκείνους που εσφαλμένα πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι. Όσοι αδιαφορούν για τα κοινά, είναι καταδικασμένοι να εξουσιάζονται πάντα από ανθρώπους κατώτερούς τους .»

ΠΛΑΤΩΝΑΣ 427-347 π.Χ

Πηγή: www.pentapostagma.gr

.

Η εθνική συνείδηση όπως την όριζε ο Πλάτωνας


Η Εθνική συνείδηση είναι η γνώση και το βίωμα της ιδιαίτερης φύσης του Έθνους στο οποίο ανήκουμε, η συνείδηση όλων των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που αποτελούν το Έθνος, η γνώση του λαϊκού και φυλετικού χαρακτήρα, του πολιτισμού και της ιστορίας του, επιπλέον η συνείδηση του ότι ανήκουμε στο ίδιο Έθνος και των υποχρεώσεών μας προς αυτό.

Η Εθνική συνείδηση των Ελλήνων παρουσιάζεται πολύ πριν τους Περσικούς πολέμους, που αποτελούν ορόσημο στην εξέλιξής της. Πριν από τον 7ο π.Χ. αιώνα οι Έλληνες είχαν χαράξει γύρω τους ένα τείχος, που ξεχώριζε αυτό από τους άλλους λαούς τους ‘βαρβάρους”. Στην αφύπνιση του κοινού Ελληνικού αισθήματος συνετέλεσε και η επαφή των Ελλήνων μέσω των αποικιών, με άλλους λαούς, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν συνειδητά τα γνωρίσματα της φυλής τους, κοινά σ’ αυτούς και ξένα στους αλλόφυλους. Επίσης οι Πανελλήνιοι Αγώνες, Πύθια, Νέμεα, Ίσθμια, ιδιαίτερα δε τα Ολύμπια, από τους οποίους αποκείονταν οι βάρβαροι, συνέβαλαν στην τόνωση της Πανελλήνιας συνειδήσεως.

Αλλά η Πανελλήνια αυτή Εθνική συνείδηση δεν επέδρασε στην πολιτική ζωή των Ελλήνων, ο πολιτικός τοπικισμός τους δεν υποχώρησε. Η πόλις – κράτος, το κατ’ εξοχήν Ελληνικό πολιτικό πρότυπο, παραμένει ακλόνητο, ως την μεγάλη στιγμή της Μακεδονικής Ορμής. Πάντως το βίωμα των Περσικών πολέμων τόνωσε την συνείδηση των Ελλήνων και δημιούργησε τάσεις πανελλήνιας Εθνικής πολιτικής. Οι τάσεις αυτές απέβλεπαν στην κατάπαυση των εμφυλίων ερίδων, που μάστιζαν την Ελλάδα και την ανάληψη του Εθνικού πολέμου εναντίον των Περσών (Κίμων – Καλλικρατίδας). Δυστυχώς, η διαρχία Σπάρτης – Αθήνας έσυρε την Ελλάδα στον καταστρεπτικό Πελοποννησιακό πόλεμο. Η επαίσχυντος όμως Ανταλκίδειος ειρήνη, συνετέλεσε στην αναβίωση του ιδεώδους των Πανελλήνων. Ο Γοργίας στην Ολυμπία διακήρυξε την ανάληψη κοινού απελευθερωτικού Αγώνα κατά των Περσών, ο Ισοκράτης με Εθνικό παλμό ωθεί την Αθήνα και την Σπάρτη να συνδιαλλαγούν, για προπαρασκευή Πανελλήνιας στρατιάς “υπ’ Αθηναίων μεν και Λακεδαιμονίων στρατηγουμένης, υπέρ δε των συμμάχων ελευθερίας αθροιζομένης, υπό δε της Ελλάδος απάσης εκπεμπομένης, επί δε την των βαρβάρων τιμωρίαν πορευομένης” (Πανηγ. 185).

Ήταν ευτύχημα το γεγονός ότι η πνευματική ηγεσία του Ελληνισμού είχε συναίσθηση της Εθνικής της συνειδήσεως. Η Εθνική συνείδηση του Αριστοτέλη δεν δημιούργησε τον πολιτικό, τον στρατηλάτη Αλέξανδρο; Άς ασχοληθούμε όμως τώρα με την Εθνική συνείδηση του Πλάτωνα.

Ο Πλάτων πιστεύει στην κοινή καταγωγή των Ελλήνων. Οι Έλληνες μεταξύ τους λέει, είναι οικείοι και συγγενείς, ενώ με τους βαρβάρους είναι άσχετοι και ξένοι “φημί γαρ το μεν Ελληνικόν γένος αυτό αυτώ οικείον είναι και συγγενές, τω δε βαρβαρικώ οθνείον τε αλλότριον” (Πολιτεία 470γ).

Αρρώστεια είναι για τον Πλάτωνα, οι εμφύλιοι σπαραγμοι, γι’ αυτό τις συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων τις ονομάζει “στάσεις”, ενώ τις συγκρούσεις Ελλήνων βαρβάρων τις αποκαλεί “πολέμους”, μια και οι Έλληνες, όπως λέει, είναι φυσικοί πολέμιοι των βαρβάρων. Και συνεχίζει, όσον αφορά την στάση: “Όπου τύχη να ξεσπάση και χωριστή σε δύο η πόλη, αν αρχίσουν να καταστρέφουν ο ένας του άλλου τα κτήματα και βάζουν φωτιά στα σπίτια, τι αποτρόπαιο πράγμα που φαίνεται να είναι και πόσο αφιλοπάτριδες οι δύο μερίδες. Γιατί αλλιώς ποτέ δεν θα τολμούσαν να ρημάζουν έτσι την μητέρα που τους γέννησε και τους ανέστησε” (Πολ. 470 δ,ε) και πιό πάνω (470 α) σημειώνει ότι αποτελεί βεβήλωση να προσφέρουμε στα ιερά μας, λάφυρα Ελλήνων. Για τον Πλάτωνα δεν είναι δίκαιο οι Έλληνες να εξανδραποδίζουν πόλεις Ελληνικές, απεναντίας μάλιστα “του Ελληνικού γένους φείδεσθαι”. Ομοίως δεν επιτρέπει στους Έλληνες να έχουν Έλληνα δούλο.

Την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων περί διαχωρισμού τους απ’ τους βαρβάρους αποδέχεται και ο Πλάτων. Δύο χαρακτηριστικά χωρία όπου η παραδοχή αυτή είναι σαφής: “Δια πάντων ανθρώπων Ελλήνων τε και βαρβάρων” (Επιστ. Ζ 335 α) και “εν ανθρώποις πάσι και Ελλήσι και βαρβάροις” (Νόμοι Γ 687 α).
Ο Πλάτων θεωρούσε τους Έλληνες, ως λαό του λόγου και ουσιώδες γνώρισμα του Ελληνικού ανθρωπίνου τύπου το φιλομαθές και το φιλόσοφο, αντίθετα γνώρισμα των βαρβάρων το θυμοειδές, το επιθυμητικό και το φιλοχρήματο, γνωρίσματα κατά τον ίδιον κατώτερα.

Ο Πλάτων υπερτάσσει το κοινό συμφέρον ολόκληρης της Ελλάδας, από εκείνο των πόλεων – κρατών, ακριβώς λόγω της βαθειάς Εθνικής του συνειδήσεως. Να και η θέση του σ’ ένα διαχρονικό πρόβλημα του Ελληνισμού : Στην Η’ επιστολή (353 ε) εκφράζει έντονα τον φόβο του για την απειλουμένη έκλειψη της Ελληνικής γλώσσας στην Σικελία.
Αλήθεια, σήμερα ποιός πνευματικός άνθρωπος ανησύχησε για τον ίδιο ακριβώς κίνδυνο, που και σήμερα υφίσταται, σε μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό, στην Ν. Ιταλία και στην Σικελία; Ο Πλάτων μάλιστα υποδεικνύει το καθήκον των ομογλώσσων και ομοφύλων “τούτων δε χρή πάση προθυμία πάντας τους Έλληνας τέμνειν φάρμακον”.
Την Εθνική συνείδηση του Πλάτωνα μαρτυρά και η προσήλωσή του στην Ελληνική παράδοση. Αναφερόμενος στα Τρωϊκά, όπως και ο Όμηρος, αποκαλεί τους Έλληνες Αχαιούς, σέβεται το Μαντείο των Δελφών, της Δωδώνης και τον “πάτριον θεόν”.

Γνήσια Ελληνικός είναι και ο Νόμος του περί συμμετοχής στους Τέσσερις Πανελλήνιους Αγώνες, που θα αποτελούσαν και σοβαρούς παράγοντες της ηθικής συνοχής του Ελληνισμού. Αλλά η τρανοτέρα εκδήλωση της Εθνικής συνειδήσεως του Πλάτωνος, είναι η παραδοχή του ότι η υπό ίδρυση ιδεώδης ΠΟΛΙΤΕΙΑ του θα είναι ΕΛΛΗΝΙΚΗ:
” Ην συ πόλιν οικίζεις, ούχ Ελληνίς έσται;
Δεί γι’ αυτήν, έφη” (Πολ.470 ε).


defencenet.gr

Τι αναφέρει ο Πλάτωνας για την χαμένη Ατλαντίδα


Ηαναφορά του Πλάτωνα, που είναι ο μόνος ο οποίος έγραψε για την Ατλαντίδα και μάλιστα σε δύο Διαλόγους του, στον Τίμαιο και στον Κριτία, εξακολουθεί να αποτελεί αξεδιάλυτο μυστήριο που εξάπτει το ενδιαφέρον και αφήνει τη φαντασία να καλπάζει. Ένας πραγματικός μύθος καθώς δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί αλλιώς μιας και μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία ένδειξη για την ύπαρξη αυτής της ηπείρου.

Υπήρξε, δεν υπήρξε η Ατλαντίδα, δεν μπορεί να δοθεί σαφής απάντηση, εφόσον οι έρευνες έχουν αποβεί άκαρπες μέχρι τώρα, δεδομένου ότι οι επιστήμονες και ερευνητές την έχουν αναζητήσει εξαντλητικά από τον Ατλαντικό και τις Αζόρες ως τις Σκανδιναβικές χώρες, και από την αμερικανική ήπειρο ως τη Σαντορίνη και τ’ ανοιχτά της Κύπρου.

Τι άραγε ήταν αυτό που ώθησε τον Πλάτωνα να γράψει την «ιστορία» αυτού του μεγάλου νησιού, και σημειωτέον με εκπληκτικές λεπτομέρειες στην περιγραφή του – μολονότι όλο το πνευματικό συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει μέσα στις μεγάλες φιλοσοφικές του αναζητήσεις και αρκετούς μύθους; Όπως είναι γνωστό από τη βιογραφία του αναφέρεται ότι επισκέφθηκε την Αίγυπτο. Μήπως λοιπόν εκεί διάβασε τα ιερά βιβλία των Αιγυπτίων και ήθελε ή να μας μεταφέρει από αυτά κάποιες κοσμογονικές αλήθειες με τη μορφή μύθου ή κάποια άγνωστα προϊστορικά γεγονότα; Ή μήπως τα περί Ατλαντίδας μεταφέρθηκαν όντως από τον ίδιο τον Σόλωνα όπως ο Πλάτωνας καταθέτει;

Ο μεγάλος φιλόσοφος έδωσε το έναυσμα, και από τότε γράφτηκαν τόσα πολλά. Ο πρώτος που απέρριψε τη θεωρία της Ατλαντίδας ήταν ο Αριστοτέλης, εν αντιθέσει με τον Πρόκλο και τους άλλους νεοπλατωνιστές που ήταν υπέρμαχοι των λεγομένων του Πλάτωνα. Έχουν γραφτεί χιλιάδες τόμοι, έχουν ειπωθεί ανακρί βειες, έχουν διατυπωθεί απίστευτες απόψεις από επιστήμονες και μη, που αντί να λύνουν το μυστήριο το περιπλέκουν πιο πολύ.

Οι έρευνες εν τω μεταξύ συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό και ποιος ξέρει, μπορεί να βρεθεί κάποτε ένας νέος Σλήμαν να αποδείξει, όπως με την Τροία του Ομήρου, ότι η Ατλαντίδα υπήρξε και δεν είναι μια φιλοσοφική επινόηση του Πλάτωνα.

Φανταστική απεικόνιση της Ατλαντίδας
Φανταστική απεικόνιση της Ατλαντίδας

Εμείς στην αναδίφηση αυτή θα κάνουμε το χρέος μας, και θα ακολουθήσουμε πιστά τα κείμενα του Πλάτωνα ξεκινώντας από τον Τίμαιο (ή περί φύσεως, φυσικός):

Ο διάλογος σχετικά με το θέμα, που κατ’ ανάγκη παρατίθεται εν συνόψει, διαμείβεται μεταξύ του Σωκράτη, του Λοκρού φιλοσόφου και αστρονόμου Τίμαιου, του Κριτία και του Ερμοκράτη, με θέμα την ιδανική πολιτεία και τη δημιουργία του Σύμπαντος.

Όταν έρχεται η σειρά του Κριτία να μιλήσει, απευθυνόμενος στον Σωκράτη τον προτρέπει να ακούσει μία παράξενη παράδοση που θα διηγηθεί, που είναι όμως εντελώς αληθινή, όπως την αφηγήθηκε κάποτε ο πλέον σοφός από τους επτά, ο Σόλων, που ήταν φίλος και συγγενής της οικογένειάς του, και ο Κριτίας την άκουσε από τον παππού του, όταν αυτός ήταν 90 χρόνων και ο Κριτίας 10.

Την ιστορία αυτή την είπαν, λέει, στον Σόλωνα, όταν ζήτησε πληροφορίες για την παλαιά ιστορία, οι Αιγύπτιοι ιερείς της Σάιδας, από όπου καταγόταν ο Άμασις και όπου λάτρευαν τη θεά Νηίθ, Ελληνικά Αθηνά. Στην πόλη αυτήν αγα πούσαν τους Αθηναίους και τους θεωρούσαν και συγγενείς τους.

Ένας γέρων ιερέας είπε λοιπόν στον Σόλωνα: «ὦ Σόλων, Σόλων, Ἕλληνες ἀεὶ παῖδές ἐστε, γέρων δὲ Ἕλλην οὐκ ἔστιν». Και ο ιερέας εξηγεί την αιτία της οιονεί νεότητας των Αθηναίων:

Εσείς οι Αθηναίοι δεν γνωρίζετε την αρχαία παράδοση διότι στη χώρα σας έχουν γίνει πολλές πυρκαγιές, κατακλυσμοί και καταστροφές από άλλα αίτια. Αυτό που λέτε για τον Φαέθοντα, που πήρε το άρμα του πατέρα του Ήλιου και κατόπιν η γη πυρπολήθηκε και αυτός κεραυνοκτυπήθηκε, είναι μύθος, ενώ η πραγματικότητα είναι ότι συνέβη κάποια παράλλαξη (εννοεί το φυσικό γεγονός –κατά Πλάτωνα– της παρέκκλισης της κυκλικής κίνησης ενός πλανήτη).

Όταν συμβαίνει αυτό, εξηγεί, αυτοί που κατοικούν στα όρη και σε υψόμετρα κατα στρέφονται περισσότερο από εμάς που ζούμε στον Νείλο. Και στις πλημμύρες ακόμη που κατακλύζουν τις χώρες, πάλι εμείς έχουμε περισσότερο νερό στη γη παρά από τον ουρανό. Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα σε εσάς να χάνονται οι άνθρωποι οι μορφωμένοι και να επιζούν οι αγράμματοι που ζουν στα βουνά, έτσι ώστε να μένετε πάντα νέοι, χωρίς μνήμη, να μη γνωρίζετε δηλαδή παρά μόνο έναν κατακλυσμό, ενώ εμάς είναι όλα διασωσμένα και γραμμένα στους ναούς μας.

atlantiscity

Και ο ιερέας συνεχίζει λέγοντας ότι η ιστορία των Αιγυπτίων ξεκινάει πριν από 8.000 χρόνια (προ του Σόλωνα, 640-560 π.Χ.), ενώ των Αθηναίων πιο παλιά, ξεκινάει 9.000 χρόνια πριν.Τότε, λοιπόν, πέ ραν των Ηρακλείων Στηλών (Γιβραλτάρ) υπήρχε μια παμμεγίστη νήσος, η Ατλαντίς, μεγαλύτερη από τη Λιβύη (Αφρική) και την Ασία ενωμένες.Οι βασιλείς της είχαν συγκεντρώσει μεγάλη ισχύ και ήθελαν να κυριαρχήσουν σε Ευρώπη, Ασία και Λιβύη.

Οι μόνοι που αντιτάχθηκαν στους Ατλαντιδείς βασιλιάδες ήταν οι τότε κάτοικοι των Αθηνών που κατόρθωσαν παρά την ολιγαριθμία τους να τους νικήσουν και να ελευθερώσουν όλους τους υποδουλωμένους. Ύστερα όμως από σεισμούς και κατακλυσμούς καταστράφηκε η Αθήνα ενώ ολόκληρη η Ατλαντίδα καταβυθίσθηκε και όλη η περιοχή σκεπάσθηκε από λάσπη. Αυτή την παράδοση, διατείνεται ο ιερέας των Αιγυπτίων, δεν τη γνωρίζουν οι Αθηναίοι διότι δεν υπάρχουν γραπτές πηγές και μόνο στα ιερά βιβλία της Αιγύπτου, που δεν καταστράφηκε ποτέ, σώζονται.

Απεικόνιση της Αρχαίας Ατλαντίδας σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Στο κέντρο είναι ο ναός του Ποσειδώνα και τα ανάκτορα και περιβάλλονται από τρεις ομόκεντρους τάφρους που συνδέονται με διώρυγες
Απεικόνιση της Αρχαίας Ατλαντίδας σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Στο κέντρο είναι ο ναός του Ποσειδώνα και τα ανάκτορα και περιβάλλονται από τρεις ομόκεντρους τάφρους που συνδέονται με διώρυγες

Ο Κριτίας (ή Ατλαντικός• ηθικός) που είναι συνέχεια του Τίμαιου, επομένως μετέχουν τα ίδια πρόσωπα και τον οποίο αξίζει να αναφερθεί ότι ο Πλάτωνας τον άφησε ημιτελή.

Θα λάβει τον λόγο πάλι εδώ ο Κριτίας και θα μιλήσει λέει για έναν πόλεμο που έγινε προ 9.000 χρόνων μεταξύ Αθηνών και Ατλαντίδας. Έχει συγκρατήσει, ισχυρίζεται, στη μνήμη του τα λεγόμενα και τα παραθέτει ακριβώς σχεδόν όπως τα είπαν οι ιερείς της Σάιδας.

Θα προτάξει την περιγραφή και τα όρια της αρχαίας Αττικής, που με κλήρο των θεών είχε περιέλθει στην Αθηνά και στον Ήφαιστο.Κατόπιν αρχίζει την εξιστόρηση της Ατλαντίδας που με κλήρο πάλι εκείνη είχε περιέλθει στον Ποσειδώνα. Η περιγραφή του Πλάτωνα είναι εκτεταμένη σε πολλές σελίδες και ακόμη και οι πιο φανταστικές σημερινές μας προσλαμβάνουσες ωχριούν μπροστά της. Θα κάνουμε μια περιεκτική περίληψη κρατώντας την ουσία.

Πλάτων
Η Ατλαντίδα ήταν μια χώρα πλούσια, με δέκα βασιλείς, ανώτερους των νόμων και τιμωρούς, που εξουσίαζε και τις άλλες νήσους μέχρι την Αίγυπτο και την Τυρρηνία και που διατηρούσε μεγάλη στρατιωτική δύναμη. Πραγματοποιούσε εξορύξεις μετάλλων και δη ορείχαλκου, που μόνο κατ’ όνομα ξέρουμε τώρα, γράφει ο φιλόσοφος.Μια ιερά νήσος που παρήγε αξιοθαύμαστα προϊόντα και σε υπεραφθονία τα πάντα, είχε ήμερα και άγρια ζώα και πολλούς ελέφαντες, πλούσια βλάστηση, δέντρα, ξυλεία, άφθονα φυτά, ανθοφόρα και μη, χόρτα, καρπούς ήμερους και ξηρούς και όσπρια.

Θαυμαστά έργα είχαν κατασκευάσει γύρω από την παλαιά μητρόπολη, που βρισκόταν στο κέντρο του νησιού, αλλεπάλληλες κυκλικές ομόκεντρες τάφρους με τεράστιο πλάτος, βάθος και μήκος, διώρυγες, τεχνητά λιμάνια, ναυστάθμους κ.λπ. Υπερμεγέθη έργα πλήρους ωραιότητας.

Τα μέσα στην Ακρόπολη ανάκτορα είχαν στο κέντρο τους ιερά της Κλειτούς και του Ποσειδώνα (που από τη συνεύρεσή τους είχαν γεννηθεί οι Ατλαντίδες) με χρυσό μανδρότοιχο όπου εκεί οι βασιλείς τελούσαν θυσίες. Ο ναός του Ποσειδώνα ήταν από άργυρο εκτός από τις άκρες που ήταν χρυσές.

Μέσα στον ναό υπήρχαν χρυσά αγάλματα και ο θεός παριστάνετο επί άρματος να οδηγεί έξι πτερωτούς ίππους και το ύψος του άγγιζε την κορυφή. Υπήρχε μία ορειχάλκινη στήλη στο ιερό του Ποσειδώνα όπου ήταν γραμμένοι οι νόμοι από τους πρώτους βασιλείς, και η οποία περιείχε όρκο και μεγάλες κατάρες εναντίον των παραβατών.

Τα τείχη της πόλης και του ιερού είχαν καλυφθεί ολόκληρα με μέταλλα χρυσού, αργύρου, κασσίτερου και ορείχαλκου. Είχαν γυμναστήρια και ιπποδρόμους.

Επίσης υπήρχαν δύο πηγές ψυχρού και θερμού ύδατος με θαυμάσιες ιδιότητες. Ομορφιές, απίστευτη χλιδή, και μεγαλοπρέπεια, φυσικός και υλικός πλούτος, περιγράφονται ενδελεχώς από τον Πλάτωνα ξεπερνώντας κάθε φαντασία.

Επί πολλές γενιές οι κάτοικοι ήταν νομοταγείς και τιμούσαν τον θεό, ήρεμοι και σώφρονες σε όλα. Με διαύγεια νου και οξυδέρκεια, περιφρονούσαν ότι άλλο πλην της αρετής και θεωρούσαν βάρος τον άφθονο χρυσό.

atlantis

Όταν όμως εξαλείφθηκε το θείο στοιχείο που είχαν μέσα τους, διότι αναμείχθηκε πολλές φορές με πολύ θνητό στοιχείο, και επικράτησε ο ανθρώπινος χαρακτήρας, τότε άρχισαν να ασχημονούν, κυριευόμενοι από άδικο, πλεονεξία και επιθυμία να αυξήσουν τη δύναμή τους. Αλλά ο θεός των θεών, ο Ζευς, που τηρεί τους νόμους, θέλησε να τους τιμωρήσει και συγκαλώντας τους άλλους θεούς τους είπε………………………………………………

Στο σημείο αυτό διακόπτεται η διήγηση του Πλάτωνα, καθώς όπως προαναφέρθηκε το έργο έμεινε ημιτελές αφήνοντάς μας ενεούς μεν, προβληματισμένους δε, γιατί δύσκολα μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα,αφού τα κείμενα είναι αινίγματα με γόρδιους άλυτους δεσμούς που επιτρέπουν μόνον εικασίες.

Πλάτωνος Τίμαιος (24d-25d)

Άπαντα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, Πλάτωνος Διάλογοι, Τίμαιος

citysreport.com

ΠΛΑΤΩΝ – Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ



Της Άννας Κελεσίδου, δρ. Φιλοσοφίας
   Οι
ελάσσονες πλατωνικοί Διάλογοι δεν είναι ατελείς με την έννοια ότι είναι
μεμονωμένες διερευνήσεις εννοιών όπως της ανδρείας, της ευσέβειας, της
σωφροσύνης, ούτε είναι απλώς δείγματα μιας καθαρά σωκρατικής περιόδου
του Πλάτωνος αφού δεν έχει διατυπωθεί ακόμη η θεωρία των Ιδεών. Είναι
και αυτοί παραλλαγές «ενός και μόνου προβλήματος, το οποίον αποτελεί και
το κατ’ εξοχήν πρόβλημα….», του ερωτήματος «περί της ουσίας της
αρετής»1, γι’ αυτό κι έχουν ύψιστη σημασία από παιδαγωγική άποψη. Εκτός
από το ότι δραματοποιούν τις πλατωνικές ιδέες: της προτροπής στη διαρκή
διαλεκτική άσκηση, της αρχής της ορθωτικής γνώσης, προϊδεάζουν για τη
σημασία του Μεγίστου Μαθήματος της Παιδείας.
Η
διαλεκτική των πρώτων Διαλόγων για την όλη, ενιαία αρετή αρθρώνεται στη
βασική για τον Πλάτωνα συνάφεια ιατρικής και ηθικής. «Όταν ο Πλάτων
χαρακτηρίζει το ενιαίον εντός της πολιτείας ως ιδέαν δανείζεται την
έκφρασιν αυτήν από την ιατρικήν ορολογίαν της εποχής του…, όπως ο ιατρός
συνοψίζει εις μίαν μορφήν, έν είδος, το πλήθος των διαφόρων μορφών μιάς
ασθενείας, ούτω και η διαλεκτική διερεύνησις ενός προβλήματος, π.χ. του
προβλήματος της ανδρείας, επιτυγχάνει να συνοψίσει είς ενιαίον τι τας
διαφόρους περιπτώσεις, κατά τας οποίας χρησιμοποιούμεν τον όρον αυτόν
της ανδρείας…. Η διερεύνησις των επί μέρους αρετών, αντί να οδηγήση εις
την διάκρισίν των,…. φέρει εις την ενότητα αυτού το οποίον καλούμεν α ρ ε
τ ή ν, προς το καλόν και την επίγνωσίν του» 2.
Η
παρατήρηση αυτή, που προσημαίνει και τον χαρακτήρα της σ υ ν ό ψ ε ω ς
και του σ υ ν ο π τ ι κ ο ύ (Πολιτεία 537c), είναι προηγητική για την
κατανόηση της απόφανσης σχετικά με την επιστήμη και την αρετή στον
Μενέξενο (246e), καθώς και τη θετική αποτίμηση των «πρώιμων» Διαλόγων,
δηλαδή την εκτίμηση ότι αποτελούν όχι ατελείς, αλλ’ αποκαλυπτικές
έρευνες μιας ουσιαστικότερης θεώρησης της αρετής, της γνώσης της αρετής
καθ’ εαυτήν. Εδώ, βεβαίως, πρέπει να προστεθεί και η αλήθεια, την οποία ο
Πλάτων γνωρίζει, ότι δηλαδή πλήρης γνώση της αρετής καθ’ εαυτήν είναι
πάμπολυ έργον, ότι ο άνθρωπος είναι – πρέπει να είναι – καθ’ οδόν προς
το ορθόν.
“Φιλονικειτω δε ημιν πας προς αρετην αφθονως”
Α. “Ω Σώκρατες, το σον τί εστί πράγμα”, (Απολογία 20 a)
Το σωκρατικό ήθος της έρευνας για την αρετή
            1. «Οι
τρόποι που μας σχετίζουν με το πραγματικό, η γνώση, η πράξη, η πίστη, η
ποίηση είναι πράγματα, ποτέ καθ’ εαυτά για να είναι έξω από το καλό και
το κακό, προορισμένα για το καλό μας (ξεπέρασμα φυσικών δυσκολιών,
επικοινωνία, κ.ά.). Το καλό όμως εξαρτάται από τη συμπεριφορά, την χρήση
των πραγμάτων, τη θετική τους αποτελεσματικότητα»1, όπως δηλώνεται στον
πλατωνικό αφορισμό «καλώς πραττόμενον καλόν, αισχρώς δε αισχρόν» 2. Ο
Πλάτων συνδέει τον γνωσόμενον με τον χρησόμενον (Κρατύλος 390 b) και τον
δρώντα άνθρωπο με το αγαθόν ή συντάσσει το επίστασθαι, το ποιείν και το
χρήσθαι με την αρετή. Ο πλατωνικός Σωκράτης όφειλε, στον καιρό του, τη
φήμη του – «τοσαύτην φήμην και λόγον» – και οφείλει την επικαιρότητά του
σ’ αυτό το αλλοίον το οποίον έχει σε σχέση με τους πολλούς, το ήθος των
δικών του γνωστικών αναζητήσεων και πράξεων.
Απάντηση
στο πλατωνικό ερώτημα της Απολογίας (20 c) «Ω Σώκρατες, το σον τί εστί
πράγμα;» θα μπορούσε να δοθεί μέσα από τους διαλόγους Απολογία, Ευθύδημο
και Χαρμίδη, από τους οποίους αρδεύονται φιλοσοφικές αλήθειες πρόσφορες
να στεγασθούν κάτω από τη βασική έννοια του ήθους3. Ήθος είναι στον
Πλάτωνα ο τρόπος του υπάρχειν κατά την ψυχήν4, για τον πλατωνικό Σωκράτη
έννοια ταυτόσημη με την έννοια άνθρωπος.
2. Στην
Απολογία ο Σωκράτης απαντά στο ερώτημα «τί το σόν πράγμα» δηλώνοντας
ότι είναι κάτοχος μιας σοφίας, της οποίας μάρτυρας είναι ο θεός των
Δελφών. Αυτός ο θεός «ήρετο μηδένα σοφώτερον είναι», αποφάνθηκε ότι
κανείς δεν είναι σοφώτερος από τον Σωκράτη. Ο φιλόσοφος, προσπαθώντας να
καταλάβει τον αινιγματικό5 θεϊκό λόγο, «τί ποτε λέγει ο θεός και τί
ποτε αινίττεται» (21 b), για να ελέγξει το μαντείο, βάλθηκε να ρωτά
όλους όσοι νόμιζαν πως είναι σοφοί, τους ποιητές, τους τραγωδοποιούς,
τους διθυραμβοποιούς, τους χειροτέχνες.
Όταν,
π.χ., ρώτησε τους ποιητές για το νόημα των ποιημάτων τους, διεπίστωσε,
με λύπη του, όμως χρέος είχε να το δηλώσει, πως «oλίγου αυτών άπαντες οι
παρόντες αν βέλτιον έλεγον περί ών αυτοί επεποιήκεσαν» και σχετικά με
τους άλλους δημιουργούς κατέληξε στη διαπίστωση της απουσίας γνώσης του
οικείου έργου, του δημιουργήματος.
Ο
μελετητής του Πλάτωνος οφείλει να μή αρκεστεί στη σημασία της
σωκρατικής σοφίας ως γνώσης της άγνοιας, αλλά να προχωρήσει στην
πλατωνική επιταγή της οικειοπραγίας, η οποία προϋποθέτει τη γνώση του
ειδέναι και του μή ειδέναι και τη σύζευξη του κτάσθαι με τη γνώση του
«πώς χρήσθαι» (Ευθύδημος 280 d), τη διάκριση ποιείν – πράττειν και τη
σύνδεση των ποιήσεων με τα αγαθά (Χαρμίδης 163 d) (πράξεις), «τας των
αγαθών ποιήσεις», καθώς και την ιδέα της παραχώρησης του πράττειν στους
ειδήμονες.
Πρίν το σχετικό
χωρίο της Πολιτείας (434)6, όπου ο Πλάτων προχωρεί σε αξιοκρατική
θεώρηση της οικειοπραγίας, υπάρχει στον Ευθύδημο η κατηγορική προτροπή
της σύζευξης της πράξης με την οικεία γνώση:
«oύτε
γάρ αν αυτοί επιχειρούμεν πράττειν ά μη επιστάμεθα, αλλ’ εξευρίσκοντες
τους επισταμένους εκείνοις άν παρεδίδομεν, ούτε τοις άλλοις επετρέπομεν…
άλλο τι πράττειν ή ό,τι πράττοντες ορθώς έμελλον πράξειν» (171 e).
«Μέγα
τι αγαθόν είναι τοις ανθρώποις, ει έκαστοι ημών, ά μεν ίσασιν,
πράττοιεν ταύτα, ά δε μή επίσταιντο, άλλοις παραδιδοίεν τοις
επισταμένοις» (172 d).
Στον
Ευθύδημο ο Σωκράτης καλείται να συζητήσει με δύο Σοφιστές οι οποίοι,
όπως λέει στον συνομιλητή του Κρίτωνα, παρουσιάζοντάς τους στην
αναδιήγησή του, είναι «πάνσοφοι» και «παγκρατιασταί» για το «πράγμα την
αρετήν» (274 e). Την αρετή οι Σοφιστές επαγγέλονται «παραδούναι κάλλιστ’
ανθρώπων και τάχιστα» (273 d)? το «παραδούναι» προαναγγέλλει τα
«επαγγέλλλεσθαι» «επάγγελμα» (274) με τα οποία χαρακτηρίζεται η σχέση
Σοφιστών – αρετής ως «μαθητόν», ενώ ο Σωκράτης διορθώνει θέτοντας κατ’
αρχάς στη θέση της παράδοσης τη δυναμική έννοια της προτροπής «εις
φιλοσοφίαν και αρετής επιμέλειαν» (275 a). Κατόπιν τροποποιεί και το
«τάχιστα» επιμένοντας στη δυσκολία και το εύρος της ζήτησης, «μόλις δια
μακρών λεγόμενον» (282 d), επίσης χαρακτηριστικό του γνώρισμα, τονίζει
δηλαδή την αγωνιστική έρευνα της αλήθειας και της αρετής, σε αντίθεση
προς τη σοφιστική επίδειξιν (επιδεικνύναι 27d), και προτρέπει στην
επιμέλεια της σοφίας και της αρετής.
Ο
όρος πράγμα επανέρχεται στον Ευθύδημο, όταν ο τις, «ανήρ οιόμενος πάνυ
είναι σοφός», κρίνοντας, όπως αναφέρει ο Κρίτων στον Σωκράτη, τη
σοφιστική συμπεριφορά και ενασχόληση, χαρακτηρίζει τους Σοφιστές φαύλους
και καταγέλαστους:
«το
πράγμα αυτό και οι άνθρωποι οι επί τω πράγματι διατρίβοντες φαύλοι τε
εισίν και καταγέλαστοι» (305 a). Εδώ ο όρος πράγμα είναι αμφίσημος, όπως
και το «ευ πράττειν», που σημαίνει επιτυγχάνω, ευτυχώ, αλλά και δρώ
ορθά.
Αποκαλυπτικό είναι το
τέλος του διαλόγου, ο οποίος φέρεται με τον υπότιτλο: «ή εριστικός –
ανατρεπτικός», όμως είναι ό,τι το σωκρατικό δαιμόνιο γιατί δεν είναι
βέβαια τυχαίο ότι ο ίδιος ο Σωκράτης αναφέρεται στην αρχή της αφήγησης
στο «ειωθός σημείον το δαιμόνιον» (272 d) τελικά ο διάλογος
αποδεικνύεται αποτρεπτικός και προτρεπτικός: Ο Σωκράτης αναφέρεται στο
πράγμα, το αντικείμενο της σοφιστικής δραστηριότητας, λέγοντας: «μή
τοίνυν ό γε ού χρή ποίει, ώ Κρίτων, αλλ’ εάσας χαίρειν τους
επιτηδεύοντας φιλοσοφίαν, είτε χρηστοί εισιν είτε πονηροί, αυτό το
πράγμα βασανίσας καλώς τε και εύ, εάν μέν σοι φαίνηται φαύλον όν, πάντ’
άνδρα απότρεπε, μή μόνον τούς υείς, εάν δε φαίνηται οίον οίμαι αυτό εγώ
είναι, θαρρών δίωκε καί άσκει….» (307 b-c).
Δίωκε και άσκει
είναι η πρόταση και η απάντηση του Σωκράτη σε όλους όσοι, σε κάθε καιρό
και κάθε τόπο, αναζητούν τη γνώση και την αρετή κατά το πρότυπο, το
πράγμα, όπως το βίωσε ο ίδιος: βάζοντας ταυτόχρονα σε γενναίο έλεγχο –
πολύδηριν, όπως θα έλεγε ο ελεάτης Παρμενίδης – «βασανίσας καλώς τε και
εύ» – την ίδια τη δραστηριότητα όσων επιτηδεύονται, επαγγέλονται, με την
νεοελληνική πια σημασία του όρου, την φιλοσοφία όσων καμώνονται πως
ασκούν τη φιλοσοφική παιδεία όντας «μεθόρια φιλοσόφου τε ανδρός και
πολιτικού» (305 c), εμποδίζοντας («εμποδών είναι») «τους περί φιλοσοφίαν
ανθρώπους» (d). Αυτούς τους τρίτους από την αλήθεια ο Σωκράτης θα
μπορούσε να τους συγχωρέσει, άν ό,τι λένε θα έδειχνε «εχόμενον φρονήσεως
πράγμα» και αναζητιόταν γενναία («ανδρείως επεξιών διαπονείται», 306
c).
Ο Σωκράτης όμως είναι
κυρίως “oίος εστί” – για να το πώ με την ορφική έκφραση – γιατί έχει τη
φρόνηση, την αρετή ν’ αφήνει «χαίρειν» όλους τους «επιτηδεύοντας
φιλοσοφίαν», να τους περιφρονεί, προτάσσοντας κι επιτάσσοντας τη βάσανο
του ίδιου του πράγματος, του επιτηδεύματός τους, δηλαδή της φιλοσοφικής
παιδείας («φιλοσοφείν»)9.
Β. «Επιστημόνως αν πράττοντες ευ αν πράττοιμεν» (Χαρμίδης 173 d).
Η σ ω φ ρ ο σ ύ ν η
Στον
Χαρμίδη ο Πλάτων πραγματεύεται τη φύση της αρετής ως σωφροσύνης1,
ηθικής ισορροπίας και εγκράτειας, μέσα από μια αφηγηματική διαλογική
διερεύνηση, η οποία προφανώς απηχεί συζητήσεις και σχόλια στην ίδια την
Ακαδημία, όπως φαίνεται από κάποια λογικά άλματα, όπως θα δούμε στη
συνέχεια. Το πρόσωπο του Χαρμίδη – πρότυπου σώφρονος – θα μπορούσε να
είναι ή συγγενές με το πρόσωπο του προοιμίου του παρμενιδικού Περί
Φύσεως, ο καθ’ οδόν προς τη γνώση άνθρωπος (ειδώς φώς)2 ή ακόμη ένα
παράδειγμα της πλατωνικής δραματοποίησης του πραγματικού, όπως ο
Τυρταίος των Νόμων είναι η ενσάρκωση της αρετής3. Ο διάλογος Χαρμίδης
δεν φαίνεται να καταλήγει, γιατί η σωφροσύνη, εκτός από το γνώρισμα της
πολυσημίας4, δεν εγκλείεται σε ένα ορισμό, δεν είναι σχήμα, συνταγή,
εξωτερικό γεγονός, αλλά διαλεκτική άσκηση (ή θ ο ς) η κατανόησή της
είναι παιδευτική, εφαρμόζει δηλαδή ό,τι ο Πλάτων θα διδάξει στον
Πολιτικό (287 a): «διαλεκτικωτέρους και της των όντων δηλώσεως
ευρετικωτέρους»5. Ο Χαρμίδης είναι σώφρων (157 d, 175 d), είναι ο ι κ ε ί
ο ς6 με τη σωφροσύνη, γι’ αυτό και μπορεί να αναζητήσει, με τον
προτρέποντα δάσκαλο της αρετής, την κατανόησή της, όπως ο ίδιος ο
Σωκράτης, ο σοφός ως έχων αυτογνωσία (Απολογία), μπορεί ν’ αντικρούσει
τη θεωρία του «γνώθι σ’ αυτόν» εντείνοντας έτσι τον διαλεκτικό έλεγχο.
Ο
Σωκράτης έχει τη δυνατότητα να είναι «λευκή στάθμη…. προς τους καλούς»,
όπως δηλώνει στον διάλογο Χαρμίδης (154 b), δηλαδή να μη γνωρίζει να
κρίνει και να διακρίνει στο επίπεδο του φαίνεσθαι, αλλ’ όλοι να του
μοιάζουν ωραίοι και σ’ όλους να είναι ο Χαρμίδης «ωσπερ άγαλμα (154 c)?
στο επίπεδο του «είναι» όμως υπάρχει ανάγκη π ε ι ρ ά ζ ε ι ν, ανάληψης
δηλαδή της έρευνας «ει την ψυχήν ….. τυγχάνει (ο Χαρμίδης) ευ πεφυκώς»
(154 e), «καλός αγαθός» (πβ. Λύσις 207). Ο Πλάτων ανάβει τη φωτιά της
διαλεκτικής άσκησης με κάθε ξύλο: από το προσχηματικό άλγος της κεφαλής
του Χαρμίδη ο πλατωνικός Σωκράτης οδηγείται πρώτα στη διατύπωση της
θεωρίας του όλου (156 c), στην απόφανση «oυδέ σώμα άνευ ψυχής» (e). Μετά
την αναφορά στον Ζάμολξι και τα λεγόμενά του για τον μή διαχωρισμό της
θεραπείας του σώματος από την ψυχή7, περνά στην ιδέα της σύζευξης ψυχής
και σώματος ως προς το καλό ή το κακό του σώματος, ισοδύναμη με την ιδέα
της θεραπείας της ψυχής με «τους λόγους τους καλούς» που γεννούν στην
ψυχή τη σωφροσύνη (157).

Οι ορισμοί της σωφροσύνης
 Οι
ορισμοί της σωφροσύνης, που ακολουθούν, συμφωνούν με αυτό που λέει ο
Κριτίας στο μέσον του διαλόγου: ότι ο Σωκράτης ζητά την ομοιότητα της
σωφροσύνης με άλλες – αρετές (έτσι επισημαίνεται το γνώρισμα της
σωκρατικής παιδευτικής μεθόδου, η έρευνα της διαφοράς). Σύμφωνα με τον
πρώτο ορισμό, σωφροσύνη είναι «το κοσμίως πάντα πράττειν και ησυχή, εν
τε οδοίς βαδίζειν και διαλέγεσθαι, και τα άλλα πάντα ωσαύτως ποιείν»
(159 b), δηλαδή η η σ υ χ ι ό τ η ς. Η παρουσία του κοσμίως στον
ορισμό αυτό αποτρέπει τον μελετητή, που όμως δεν ενεργεί εν τάχει, από
το να ταυτίσει τη σωφροσύνη με την ησυχιότητα, την πραότητα δηλαδή, που
θα μπορούσε να είναι και έλλειψη σπουδής, βιασύνης (πβ. 159, τα λεγόμενα
για το ταχύ), αλλά και ηρεμία. Στη συνέχεια γίνεται φανερό ότι ο ίδιος ο
Σωκράτης εγκαταλείπει τη σχέση με την κοσμιότητα και εξετάζει, για να
την απορρίψει, την ταύτιση σωφροσύνης – ησυχιότητος (160 a), συνδέοντας
την πρώτη με την ικανότητα της τ α χ ύ τ η τ ο ς και οξύτητος ως προς τα
του σώματος και τις δραστηριότητες (μάθηση κλπ.) της ψυχής: «ούκ άρα
ησυχιότης τις η σωφροσύνη άν είη, ουδ’ ησύχιος ο σώφρων βίος». Αυτό
βέβαια συμφωνεί με το σωκρατικό και πλατωνικό ιδεώδες του ανειρήνευτου
από πλευράς παιδευτικής γνώσης – εξέτασης – βίου. Ο ίδιος ο Πλάτων όμως
θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συγκρατεί νοερά το «κοσμίως είναι» στη
δεύτερη συνάρτηση – ορισμό – της σωφροσύνης με την α ι δ ώ:
«αισχύνεσθαι», ποιεί η «σωφροσύνη» και «άρα όπερ αιδώς». Όπως το
«κοσμίως είναι» φαίνεται να ταυτίζεται με την ησυχιότητα, το
«αισχύνεσθαι», νοηματικά σηματοδοτημένο πιο αρνητικά, φαίνεται να
ταυτίζεται με το ηπιώτερο «αιδώς». Και βέβαια το ευάλωτο του ορισμού
ενυπάρχει και στη μη σύνδεση της σωφροσύνης με το αναμενόμενο αιδείσθαι
αντί του αισχύνεσθαι, καθώς και στην έλλειψη αναφορικότητας που
καθιστούν τόσο την ησυχιότητα όσο και την αιδώ αφηρημένες έννοιες.

Ο
τρίτος ορισμός αφορά στην «αινιγματική» (161 c, 162 a), κατά Χαρμίδη,
ή, άλλως, κατά Κριτία, – υπαινικτική άλλης ευρύτερης διερεύνησης και
αξιοποίησης της έννοιας κατά τον Πλάτωνα –, ταύτιση σωφροσύνης και
οικειοπραγίας – «τα εαυτού πράττειν» (161 b) – η οποία επαναφέρει την
έννοια του ο ι κ ε ί ο υ του διαλόγου Λύσις, χωρίς και εδώ, όπως
στον Λύσι, να προϊδεάζει για την πολιτική, αξιοκρατική διάσταση της
έννοιας, καθώς και τη διάκριση ποιότητας – ποσότητας της Πολιτείας8.
Στον Διάλογο Χαρμίδης η οικειοπραγία τίθεται ως περιοριστική
δραστηριότητα που αφορά στο εργάζεσθαι και πράττειν για ίδιον μόνον
όφελος (πράγμα που τη συνδέει με το φαίνεσθαι, με υπαρκτή πάντως όψη της
εμπειρικής πραγματικότητας και εκπληκτική διάρκεια στον χρόνο), χωρίς
«των αλλοτρίων άπτεσθαι» που απάδει στο «ευ οικείσθαι» της πολιτείας με
το οποίο στοιχειοθετείται στον Χαρμίδη η πολιτειακή σωφροσύνη.
Όταν
παίρνει τον λόγο ο Κριτίας, αντικαθιστώντας τον αμήχανο Χαρμίδη,
αναφέρεται στους «δημιουργούς» (162 c) ως «ποιούντας ου τα εαυτών μόνον»
(163 a), που μπορεί εντούτοις να σωφρονούν, οπότε ο Σωκράτης θέτει το
ερώτημα της διάκρισης ποιείν – πράττειν, εργάζεσθαι – ποιείν (ποιήσεως –
πράξεως και εργασίας, επαναφέροντας το ησιόδειο «έργον ουδέποτε ουδέν
όνειδος». Mε τη σειρά του τονίζει ότι τα «οικεία τε και τα αυτού» είναι
αγαθά και «αι των αγαθών πράξεις» (163 d) και ορίζει τη σωφροσύνη ως
«την των αγαθών πράξιν» (e), και ως σωφρονούντα τον «τα δέοντα
πράττοντα» (164 b).
Όταν ο
Σωκράτης συνδέει την ωφελιμότητα του πράττειν με τη σωφροσύνη, θέτει και
το ερώτημα της γνώσης του σωφρονείν, οπότε η συζήτηση προχωρεί στον
τέταρτο ορισμό, στον οποίο περιέχεται το δελφικό πρόσταγμα της
αυτογνωσίας (d), που κατά τον Κριτία τίθεται ως χαιρετισμός του θεού και
όχι ως συμβουλή. Ο πλατωνικός Σωκράτης, που στον Φαίδρο φέρεται να
ψάχνει τον εαυτό του, να δεί αν είναι κάτι «Tύφωνος πολυπλοκώτερον», και
στους Νόμους θα ορίσει το κακόν ως επακόλουθο άγνοιας, με το λογικό
εκείνο παράδοξο «ουδείς εκών κακός», εδώ είναι ο ζητών που ομολογεί:
«ζητώ μετά σου αεί το προτιθέμενον δια το μη αυτός ειδέναι”» (165 c),
γνώστης της άγνοιάς του και για τούτο ζητητικός.
Ως
αυτό το σημείο, στους ορισμούς της σωφροσύνης είναι ωσάν να γίνονται
λογικά άλματα, από την κοσμιότητα στην ησυχιότητα, από το αισχύνεσθαι
στην αιδώ, τη μιά από τη θετικότερη σε ασθενέστερη έννοια, την άλλη από
την αρνητικότερη σε θετική.
Η συζήτηση προχωρεί με την διερεύνηση της σωφροσύνης ως επιστήμης:
«μόνη των άλλων επιστημών αυτή τε αυτής εστίν και των άλλων επιστημών
επιστήμη» (166 e). Ο σώφρων, άρα, γνωρίζει εαυτόν; Γνωρίζει τί δεν
γνωρίζει; Γνωρίζει να εξετάζει τους άλλους και το σωφρονείν: “γιγνώσκειν
το ειδέναι ά τε οίδεν και ά μη οίδεν” (167 a)? είναι, δηλαδή, η
σωφροσύνη αυτογνωσία, γνώση των άλλων επιστημών και γνώση της
ανεπιστημοσύνης. Εδώ ακολουθεί το λογικό άλμα με τον παραλληλισμό της
σωφροσύνης ως αυτογνωσίας και, πρώτα, της όρασης, ως όρασης εαυτής και
των άλλων οράσεων και μή όρασης, αλλ’ όχι, π.χ., των χρωμάτων (ο
Αριστοτέλης θα παρενέβαινε με τη θεωρία του για την κοινή αίσθηση),
κατόπιν της δοξασίας, τέλος με το μείζον – διπλάσιον – αξίωμα: «η
επστήμη τινός επιστήμη και έχει τινά δύναμιν ώστε τινός είναι» (168 b),
με παραδείγματα από τις αισθήσεις, τα μεγέθη κλπ. Συμπεραίνεται ότι σε
όλα αυτά η «δύναμις» δεν παράγει αποτέλεσμα «προς εαυτά». Αν αυτό ισχύει
και για τη σωφροσύνη – επιστήμη, ο Σωκράτης ζητά να ερευνηθεί.
Εκτός
από την αναζήτηση ομοιοτήτων στις έννοιες, σωκρατικό στοιχείο της
συζήτησης είναι ότι βασικό κριτήριο της αλήθειας είναι η ωφέλια για τους
ειδότες («τις αν είη ημίν ωφέλια ειδόσιν», 167 b), όπως στον διάλογο
Πρωταγόρας, οπότε το σωφρονείν ορίζεται στη συνέχεια όχι ως προς τα
ειδικά αντικείμενα αναφοράς του ειδέναι ή του μη ειδέναι, αλλ’ ώς προς
τη γνώση ή την άγνοια (170 b), ενώ η ειδική επιστήμη (“εκάστη”) είναι
πάντα «τις, των τινών» (171 a). Η ωφέλεια (171 d) «από της σωφροσύνης
τοιαύτης ούσης» είναι ότι: «αναμάρτητοι….. άν τον βίον εζώμεν αυτοί τε
οι την σωφροσύνην έχοντες». Άρα, η ωφέλεια είναι διανοητικής – ηθικής
υφής και όχι ό,τι το ίδιον όφελος του πρώτου ορισμού. Εδώ η
οικειοπραγία, εκτός από την προϋπόθεση της γνώσης του ειδέναι και του μη
ειδέναι, εμπεριέχει και τη σημαντική, διαχρονικά, ηθική ιδέα της
εκχώρησης του έργου, του πράττειν στους γνωρίζοντες: «ούτε γαρ αν αυτοί
επεχειρούμεν πράττειν ά μη επιστάμεθα, αλλ’ εξευρίσκοντες τους
επισταμένους εκείνοις αν παρεδίδομεν, ούτε τοις άλλοις επετρέπομεν….
άλλο τι πράττειν ή ό,τι πράττοντες ορθώς έμελλον πράξειν» (171 e).
Το
«αναμαρτήτως ζην» προϋποθέτει για τον Πλάτωνα την επιστήμη της
σωφροσύνης, την επιστήμη ως γνώση και ως επίγνωση της άγνοιας, και
επιβάλλει την αναγνώριση της συνάφειας γνώσης – πράξης από τον
επιχειρούντα την πράξη, όπως και την από μέρους του παραχώρηση του
δικαιώματος του πράττειν στον επιστάμενο. Ο Πλάτων, όπως αναφέραμε, δεν
προχωρεί στην αξιοκρατική διερεύνηση της οικειοπραγίας, στοιχειοθετεί
όμως, ήδη, σε μια πρόληψη της δομής της πολιτικής θεωρίας για την άριστη
πολιτεία, την ιδέα με συνιστώσα την επιστημοσύνη και έτσι το
«αναμαρτήτως ζην». H διανοητική ποιότητα της αρετής της γνώσης είναι και
ηθική αρχή συμβίωσης. Η άποψη διατυπώνεται σε σύζευξη με το αγαθόν:
«μέγα τι αγαθόν είναι τοις ανθρώποις, ει έκαστοι ημών, ά μεν ίσασιν,
πράττοιεν ταύτα, ά δε μη επίσταντο, άλλοις παραδιδοίεν τοις
επισταμένοις», και την ευδαιμονία: «επιστημόνως άν πράττοντες ευ αν
πράττοιμεν και ευδαιμονοίμεν» (173 d)9.
Ως χρη φιλοσοφειν και αρετης επιμελεισθαι
Πόρισμα
Αν
η αρετή της σωφροσύνης είναι η επιστήμη των επιστημών, όπως λέγεται
στον διάλογο Χαρμίδης, και αν ωφέλιμη είναι η επιστήμη του αγαθού, δεν
ταυτίζονται κατ’ αρχήν η σωφροσύνη και η επιστήμη του αγαθού που είναι η
πηγή της ευδαιμονίας. Ο διάλογος περί σωφροσύνης δεν καταλήγει σε
ορισμό, δείχνει όμως ότι ο Χαρμίδης ο ίδιος, που είναι σώφρων, είναι
έτοιμος να ασκηθεί στη φιλοσοφία, να παράσχει εαυτόν στον Σωκράτη, «ην
επάδειν παρέχης Σωκράτει», όπως του λέει ο Κριτίας (176 b). Έτσι ο
διάλογος περί σωφροσύνης, ο οποίος κορυφώθηκε στην επιταγή του
επιστημόνως πράττειν, κλείνει με τη σωκρατική αρετή της επίμονης ζήτησης
της αλήθειας, ή, με άλλο λόγο, της καρτερίας στη διακονία της
φιλοσοφίας, που στον Λάχητα (194 a) ταυτίζεται με την ανδρεία και στον
Πρωταγόρα (π.χ. 360 d) ενυπάρχει στην ταυτότητα ανδρείας – γνώσης –
σοφίας.
Φιλοσοφικός έλεγχος
και αρετή, ή, καλλίτερα, δέον του φιλοσοφείν και χρέος επιμέλειας της
αρετής αποτελούν τη σημαντική – διπολία της συζήτησης και στον διάλογο
Ευθύδημος. Εδώ, όπως είδαμε, το θέμα της αρετής τίθεται μέσα από την
υποτιθέμενη ικανότητα των Σοφιστών «αρετήν παραδούναι κάλλιστ’ ανθρώπων
και τάχιστα» (273 d), ιδέα που απαντά και στους διαλόγους Απολογία 19 e,
20 b και Πρωταγόρας 349 a («παιδεύσεως και αρετής διδασκάλους»). Με το
«παραδούναι» χαρακτηρίζεται η σχέση Σοφιστών και αρετής ως «μαθητόν». O
Σωκράτης, που ούτε γράφει ούτε διδάσκει, αλλ’ ακούει «τον λόγον»,
ακολουθεί μια μέθοδο συζήτησης επίμονη, αποτείνοντας και μακρούς λόγους
(πβ. Πρωταγόρας 360 e), αντι – θέτοντας ότι οι προτρεπτικοί λόγοι πρέπει
να εκτίθενται δια μακρών (282 d, πβ. 291 a), αλλά κυρίως βασανίζοντας
τα επιχειρήματα (Ευθύδημος 307 b).
Η
«κατορθώσα την πράξιν» (281) φιλοσοφία, η ορθωτική, όπως πρέπει να
είναι η φιλοσοφία, δεν ανατρέπει, χάριν παιδιάς, καθώς όταν «oι τα
σκολύθρια των μελλόντων καθίζεσθαι αποσπώντες χαίρονται και γελώσιν,
επειδάν ίδωσιν ύπτιον ανατετραμμένον» (287 c), ούτε επιδεικνύει λόγους
(287 d «επίδειξις») προτροπής (275) στην επιμέλεια της σοφίας και της
αρετής, όπως γίνεται με τα σοφιστικά επιχειρήματα. Η ορθωτική φιλοσοφία
είναι σύζευξη ενέργειας – γνώσης και χρήσης: «τοιαύτης επιστήμης δε… εν η
συμπέπτωκεν άμα το τε ποιείν και το επίστασθαι χρήσθαι τούτω ό άν
ποιή».
1 W. JAEGER, Παιδεία 2, μτφρ. Γ. Βερροίου, σσ. 148, 15), 154, 163.
2 Ενθ’ αν., σ. 163.
1 A. KΕΛΕΣΙΔΟΥ, Η γνώση ως “πράγμα” του υποκειμένου, Φιλοσοφία 7 (1977), σ. 76.
2 ΠΛΑΤΩΝ, Συμπόσιον 183 d.
3 Βλ. και Α. KELESSIDOU, La Kalliphanie du monde dans le Timee, Kernos 1966, σσ. 327-332.
4 Βλ. Λύσις 222a: “οικείος ή κατά την ψυχήν ή κατά τι της ψυχής ήθος ή τρόπους ή είδος”.
5 Ο Σωκράτης συχνά απομαντεύεται, πβ. Λύσις 216 d.
6
Bλ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Η έννοια της σωτηρίας στην πλατωνική πολιτική
φιλοσοφία, Πρόλογος Γ. Μιχαηλίδου – Νουάρου, έκδ. Ακαδημίας Αθηνών,
Αθήναι, 1982, σσ. 50-60
ΤΗΣ ΑΥΤΗΣ, Η επικαιρότητα της πλατωνικής οικειοπραγίας, Συνέδριο «Εργασία και επάγγελμα», Αθήνα, Μάιος, 1998.
9 πβ. 275 a, 282 d, 288 d.
1
Στον Όμηρο ο όρος σωφροσύνη (23, 13) σημαίνει ορθή κρίση, σύνεση,
φρόνηση. Στους Αττικούς δηλώνει το σύνολο διανοητικών και ηθικών
ικανοτήτων, την ισορροπία και αυτοκυριαρχία της ψυχής και την ανάβαση σε
υψηλότερη αρετή. Στον Δημόκριτο είναι συνώνυμος με την φρόνηση –
αυτοσυγκράτηση, σωφροσύνη, όπως και στην νεοελληνική εκφορά του,
αντίθετος στην αφροσύνη (απ. 208, 210, 211, 294). Το δημοκρίτειο
σωφρονείν προηγουμένως ανευρίσκεται στον Ηράκλειτο (Β 67, Β 291).
2 Βλ. και Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Παρμενίδου, Περί Φύσεως, Κέντρο Δικανικών Μελετών, VI, Eunomia, 1999, σσ. 58 επ.
3 Βλ. και Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Η έννοια της σωτηρίας στην πλατωνική πολιτική φιλοσοφία, σσ. 90-91.
4
Η γαλλική, π.χ., απόδοση του όρου ως sagesse συρρικνώνει το νοηματικό
του εύρος, το οποίο προδηλώνει το χαρακτηριστικό ελληνίζειν στην αρχή
του διαλόγου.
5 Βλ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, ένθ’ αν., σ. 17.
6 Στον διάλογο
Λύσις δεν υπάρχει μια οριστική καταληκτική πρόταση, τίθεται όμως το
ερώτημα για την ύπαρξη ενός οικείου, το οποίο δεν είναι ομοιότης (222
b), ταυτότης, αλλά αναλογία. Ο πρώτος ορισμός της φιλίας, όπου ο Πλάτων
αναφέρεται στη συγγένεια με τους γονείς βοηθά να καταλάβουμε ότι η
έννοια του οικείου δεν δηλώνει το αρμόζον, αλλά την αναλογία μεταξύ δύο
μερών που έχουν κάποια σχέση. Και είναι γνωστό ότι οικειότης σημαίνει
σχέση φιλίας, συγγένεια (Συμπόσιον 192 c, 197 c, Πολιτεία 402 d). Στην
Πολιτεία (402 d) ο Πλάτων κάνει λόγο για την αγωγή και αναφέρει τις
σχέσεις οικειότητας των επιστημών μεταξύ τους και τη φύση του όντος.
Οικείος στον Πλάτωνα σημαίνει επίσης: ο ανήκων στην οικογένεια (Τίμαιος
20 e, Νόμοι Ι 642 d)? συχνά σε συνάφεια με το συγγενής (Πρωταγόρας 337
c), το γνώριμος (Πολιτεία 371 b: οικείους = φίλους και γνώριμους)? το
φίλος (Γοργίας 465 d, 509 b, Πολιτεία Ι 328 d, όπου είνα εν δια δυοίν,
ΙΙ 376 b, όπου φίλη είναι συνώνυμο του οικείον, όπως το εχθρά του
αλλότριον, Τίμαιος 20 a, συνώνυμο του φίλος και αντίθετο στο αλλότριος
(Πρωταγόρας 320 b, Πολιτεία 463 b, Νόμοι ΙΙ 666 c).
Το οικείον του
διαλόγου Λύσις επιτρέπει τη συναντίληψη ορισμένων πλατωνικών θέσεων που
αφορούν στην οικειότητα: Ο Πλάτων λέει ρητά “οικείος…. τω ερωμένω, ή
κατά την ψυχήν, ή ήθος, ή τρόπους, ή είδος (222 a). Όπως για την φιλία
των γονιών η οικειότης είναι συγγενική κατά το ήθος. Το ήθος έχει εδώ το
ίδιο νόημα με εκείνο των χωρίων της Απολογίας 27 b, Πολιτείας 581 b,
Τιμαίου 22 e: «εν τω εαυτού κατά τρόπον ήθει».
– Στην πολιτεία (ΙΧ
586 b) ο Πλάτων συνδέει το «οικειότατον εκάστω» με το «βέλτιστον
εκάστω», σε μια αισιόδοξη θεώρηση ηθικού τροπισμού, που θα υιοθετήσει
στη συνέχεια ο Αριστοτέλης (Ηθικά Νικομάχεια Χ, κεφ, 7, 8, 9).
– Στη
θεωρία των Ιδεών η δυναμική τάση του όντος προς το Αγαθόν εξυπακούει την
επιθυμία του όντος γι’ αυτό που του λείπει αλλά του είναι οικείον.
Το
οικείον που αφορά στον πλατωνικό Χαρμίδη, τον σώφρονα (157 d) δείχνει
τη συνήθεια του Πλάτωνος να δραματοποιεί τις ιδέες με πρόσωπα,
ανατρέποντας και αυτήν την ιστορική πραγματικότητα, όπως, για
παράδειγμα, στην περίπτωση του Τυρταίου των Νόμων 660 e. Ο Χαρμίδης,
στον ομώνυμο διάλογο, είναι ο έχων την οικειότητα να αναλάβει την
περιπέτεια της διαλεκτικής, να θέσει εαυτόν στη δοκιμασία του σωκρατικού
μόχθου για την αναζήτηση της γνώσης.
7 Για τις επωδές, την τριπλή
ιατρική στον Πλάτωνα με αφορμή τον Χαρμίδη και τα λεγόμενα για τον
Ζάμολξι, βλ. τη σχετική ανακοίνωση του Luc Brisson, V Symposium
Platonicum, International Plato Society, Toronto, 19 – 23 8.1998.
8
Για το αξιοκρατικό περιεχόμενο της ιδέας στην Πολιτεία και τους
προιδεασμούς, γνωστικούς, ηθικούς στους άλλους Διαλόγους βλ. Α.
ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Η Επικαιρότητα της πλατωνικής οικειοπραγίας, Αθήνα, Μάιος
1998.
9 Για τη συζήτηση α) σχετικά με την αντινομία: γνώση του καλού –
διάπραξη του κακού, που φαίνεται να αντικρούει τη σωκρατική ταυτότητα
γνώσης – αρετής βλ. τις βασισμένες στην ηθική εμπειρία απόψεις του W.
JAEGER, Παιδεία. Η μόρφωσις του Έλληνος Ανθρώπου, ΙΙ, μτφρ. Γ. Βερροίου,
σσ. 122 επ. (η άποψη εστιάζεται κυρίως στο δυσχερές της επίτευξης
αληθινής γνώσης του καλού), β) σχετικά με το σωκρατικό αίτημα της γνώσης
της αρετής στο σύνολό της, γνώρισμα του φιλοσοφικά πεπαιδευμένου, βλ.
αυτόθι, σσ. 125 επ., γ) σχετικά με το σωκρατικό παράδοξο “ουδείς εκών
κακός”, βλ. σσ. 126 επ.
πηγή: Αντίφωνο , ellinikoskoinotismos
loadin