Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020

Τι είχαν αναφέρει ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας-Πώς μπορεί να εξοντωθεί ένας λαός



Δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά που ο Αριστοτέλης έγραψε τα «Πολιτικά» αποδείχθηκε όχι μόνο επίκαιρος και σοφός αλλά φάνηκε να ήξερε τον σχεδιασμό όσων ήθελαν να εξοντώσουν το λαό ο οποίος είναι ο ίδιος από τότε μέχρι σήμερα.

Αλλά και ο Πλάτωνας είχε σκιαγραφήσει πλήρως το αποτέλεσμα όσων ήταν άβουλοι και αμέτοχοι στα κοινά με αποτέλεσμα να φέρνουν πάνω από τα κεφάλια τους επικίνδυνους και καταστροφικούς κυβερνήτες. Το ίδιο όμως φαίνεται να συμβαίνει μέχρι και σήμερα.

Διαβάστε στο παρακάτω απόσπασμα την σημασία των λόγων τους:

«Επιδίωξη της τυραννίας είναι να πτωχεύσουν οι πολίτες, αφενός για να συντηρείται με τα χρήματα τους η φρουρά του καθεστώτος και αφ ετέρου για να είναι απασχολημένοι οι πολίτες και να μην τους μένει χρόνος για επιβουλές.

Σε αυτό το αποτέλεσμα αποβλέπει τόσο η επιβολή μεγάλων φόρων, η απορρόφηση των περιουσιών των πολιτών, όσο και η κατασκευή μεγάλων έργων που εξαντλούν τα δημόσια οικονομικά.»

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

Αλλά και ο Πλάτωνας είχε γράψει για τον λαό:

«Κάθε λαός είναι άξιος των ανθρώπων που τον κυβερνούν . Κανείς δεν είναι πιο υποδουλωμένος από εκείνους που εσφαλμένα πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι. Όσοι αδιαφορούν για τα κοινά είναι καταδικασμένοι να εξουσιάζονται πάντα από ανθρώπους κατώτερούς τους.»

Πλάτωνας 427-347 π.Χ

Ὁ Πλάτων καὶ ἡ τυραννία


Κουρῆ Στυλιανῆς,

φιλολόγου Msc

Ἀσυνήθιστη ἡ κίνηση στὸ λιμάνι τῶν Συρακουσῶν τῆς Ἰταλίας, τὸ φθινοπωρινὸ ἐκεῖνο πρωινό τοῦ 388 π.Χ.

Εἶναι τὰ χρόνια ποὺ ὁ Πλάτων ταξιδεύει σὲ ὁλόκληρη τὴ Μεσόγειο γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ψυχικὴ καὶ πνευματική του ἠρεμία, ὕστερα ἀπὸ τὴν καταδίκη τοῦ ἀγαπημένου του δασκάλου Σωκράτη στὴν Ἀθήνα τὸ 399 π.Χ.. Στὶς Συρακοῦσες εἶναι τύραννος ὁ Διονύσιος Α΄. Στὶς Συρακοῦσες φέρνει τὸν Πλάτωνα ὁ πόθος του νὰ δοκιμάσει στὴν πράξη τὴν «Πολιτεία» του. Ἐκεῖ τὸν προσκάλεσε ὁ νεαρὸς γαμπρὸς τοῦ τυράννου ὁ Δίων, ποὺ ἔχει θέση πρωθυπουργοῦ σχεδὸν δίπλα του. Ὁ φιλόσοφος δέχθηκε τὴν πρόσκληση χωρὶς νὰ τοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ προβλέψει τὶς μακρινὲς συνέπειες τοῦ ταξιδίου αὐτοῦ. Ἡ συνάντηση μὲ ἕναν τύραννο τοῦ ἀναστήματος τοῦ Διονυσίου προκαλοῦσε στὸν Πλάτωνα πολλὲς σκέψεις. Θὰ ἦταν ἄραγε δυνατὸν νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ τὸ ὑφιστάμενο αὐταρχικὸ κλίμα καὶ νὰ χρησιμοποιήσει τὴ χώρα αὐτὴ ὡς πεδίο πειραματισμοῦ τῶν θεωριῶν του, ἀναλαμβάνοντας μία προσπάθεια ποὺ θὰ ἀπασχολήσει ὅλη τὴ ζωή του καὶ θὰ τοῦ στοιχίσει μύριες ταλαιπωρίες ἢ μήπως θὰ καταλήξει σὲ οἰκτρὴ ἀποτυχία;

Ὅπως, λοιπόν, θὰ περίμενε κανείς, ἡ σύγκρουση ἀνάμεσα σὲ ἕναν τύραννο, ποὺ ἐγκαθίδρυσε ἕνα τέτοιο καθεστὼς, καὶ στὸν φιλόσοφο, ἦταν μοιραία. Πολὺ σύντομα ὁ Διονύσιος φοβήθηκε τὶς ἰδέες τοῦ Πλάτωνα καὶ τὴ φιλία του μὲ τὸν Δίωνα, γι’ αὐτὸ καὶ βίαια τὸν φόρτωσε στὸ σπαρτιάτικο καράβι δίδοντας ὁ ἴδιος ἐντολὴ στὸν Πόλλι, νὰ τὸν πουλήσει ὡς δοῦλο, ὅπως καὶ ἔγινε.

Ἡ πρώτη αὐτὴ περιπέτεια, ἡ γνωριμία τοῦ φιλοσόφου μὲ τὸν τύραννο, τὴν προσωπικὴ ἰδιαίτερη ζωή του, τὶς μεθόδους του, θὰ ἐμπνεύσει τὸν Πλάτωνα ὥστε νὰ μᾶς δώσει στὸ ὄγδοο καὶ ἔνατο βιβλίο τῆς «Πολιτείας» τὶς ματωμένες ἐκεῖνες σελίδες του, ὅπου ρίχνει τὸ ἀνάθεμα στὸ τυραννικὸ καθεστὼς καὶ σὲ ὅσους ἔκτοτε ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τὸ ἐκπροσωποῦν.

Μία ὁρμὴ κι ἕνας πάθος κυριαρχεῖ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Μία τέτοια ψυχὴ δὲν εἶναι ἐλεύθερη, γιατί ἕνα μονάχα μέρος της, τὸ ἐπιθυμητό, κυριαρχεῖ πάνω στ’ ἄλλα δύο, τὸ θυμοειδὲς καὶ τὸ λογιστικό, ποὺ εἶναι καὶ τὰ εὐγενικότερα μέρη της, ἀπ’ ὅπου βλαστάνουν καὶ οἱ ἀγαθὲς πράξεις καὶ σκέψεις. Γι’ αὐτὸ  στοῦ  τυράννου τὴν ψυχή, συνεχίζει ὁ Πλάτων, ἐπικρατοῦν οἱ παράνομες ἐπιθυμίες μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀφύσικου, τοῦ ἔξω ἀπὸ κάθε φυσικὴ κανονικότητα. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία, προσθέτει ὁ Πλάτων μὲ τὸ στόμα τοῦ Σωκράτους, εἶναι νὰ ἐξετάσουμε πῶς ζεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἂν ἀξίζει καθόλου ἡ ζωή του. Πολλὲς σελίδες τῆς «Πολιτείας» του, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἔργων του, θ’ ἀφιερώσει ὁ Πλάτων, γιὰ νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ ζωτικὸ αὐτὸ ἐρώτημα.

Ἡ ζωὴ τοῦ τυράννου, ἐξεταζομένη κάτω ἀπὸ ψυχολογικὰ καὶ ἠθικὰ κριτήρια, παρουσιάζεται ἡ πιὸ ἄθλια καὶ δυστυχισμένη : «Ὁ τύραννος εἶναι ὁ χειρότερος ἀπὸ ἠθικὴ ἄποψη ἄνθρωπος. Παρασυρμένος ἀπὸ τὰ πάθη του καὶ τὴ μωρὴ φιλοδοξία του, δὲν ὑπολογίζει τίποτε. Ὅ,τι διακρίνει ἰδιαίτερα τὸν τύπο τοῦ τυραννικοῦ ἀνθρώπου εἶναι πὼς ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει τὴ χαρὰ τῆς ἀληθινῆς φιλίας καὶ πραγματικῆς ἐλευθερίας. Ὁ τύραννος εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τυραννιέται ἀπ’ τὰ ἴδια του τὰ πάθη. Ἀποτελεῖ ὁμοίωμα πόλεως τυραννουμένης…».

Αὐτὰ εἶναι τὰ λόγια τοῦ Σωκράτους πρὸς τὸν Γλαύκωνα, ποὺ ἀποτελοῦν τὰ κύρια πρόσωπα ποὺ διαλέγονται στὴν Πλατωνικὴ «Πολιτεία».

Σωστὴ ἡ πρότασή σου ἀπαντᾶ ὁ Γλάυκων.

Ὅλοι διαπιστώνουν καὶ παραδέχονται ὅτι πόλη πιὸ δυστυχισμένη δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἀπὸ τὴν «τυραννούμενη».

Ἂν τὸ ἴδιο τώρα τὸ μεταφέρουμε στὰ ἄτομα, τότε θὰ διαπιστώσουμε πάλι ὅτι δυστυχέστερος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν τύραννο δὲν ὑπάρχει. Τὸν παρομοιάζει μὲ ἕναν πλούσιο πολίτη ποὺ ἔχει δούλους, ζεῖ μέσα στὴν πόλη καὶ ξαφνικὰ μεταφέρεται σὲ ἕναν ἔρημο τόπο μαζὶ μὲ τοὺς δούλους του, τὴ γυναίκα του, τὰ παιδιά του καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, ὅπου βέβαια δὲν ὑπάρχει κανένας ἄνθρωπος γιὰ νὰ βοηθᾶ τὸν πλούσιο νὰ συγκρατεῖ τοὺς δούλους του. Φυσικὸ εἶναι τότε, νὰ ζεῖ ἀπομονωμένος μέσα στὴν ἐρημιά, νὰ ζεῖ πάντα κάτω ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου, μήπως καμιὰ μέρα ἐξεγερθοῦν οἱ δοῦλοι του καὶ τὸν σκοτώσουν μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του. Θὰ ἀναγκαστεῖ, λοιπόν, νὰ καλοπιάσει τοὺς δούλους, νὰ τοὺς ὑπόσχεται ἕνα σωρὸ πράγματα, ὁπότε θὰ καταντήσει ἕνας κόλακας, ἂν θέλει νὰ σώσει τὴ ζωή του. Θὰ περιβάλεται ἀπὸ ἐχθροὺς μονάχα. Παρόμοια ἁλυσοδεμένος καὶ ὁ τύραννος σὲ μία τέτοια φυλακὴ καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὁ Σωκράτης. Αὐτὸς εἶναι ἀκριβῶς ποὺ θὰ νιώθει, πάντα ἀνικανοποίητη τὴν ψυχή του, θὰ εἶναι μόνος οὐσιαστικὰ ἀνάμεσα στοὺς κόλακές του. Θὰ εἶναι καταδικασμένος τὶς περισσότερες ὧρες τῆς ζωῆς του, χωμένος καὶ κλειδαμπαρωμένος στὰ δωμάτιά του.

Ὅλα αὐτὰ θὰ τὸν κάνουν νὰ φθονεῖ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς θὰ τοὺς βλέπει νὰ ἔχουν ἀπόλυτη ἐλευθερία  νὰ ταξιδεύουν καὶ νὰ χαίρονται ἔξω καὶ μέσα στὴν πόλη πράγματα ποὺ πάντα συγκινοῦν τοὺς ἀνθρώπους. Πανάθλιος καὶ δυστυχισμένος ἔτσι ὁ τύραννος προκαλεῖ ὁλοένα καὶ περισσότερα κακὰ στὸν ἑαυτό του.

Ἡ ἀλήθεια, λοιπόν, εἶναι, παρὰ τὴν ἀντίθετη γνώμη μερικῶν, πὼς ὁ πραγματικὸς τύραννος καταντᾶ δοῦλος τῶν δούλων του, ὑποχρεωμένος νὰ τοὺς κολακεύει καὶ νὰ τοὺς χαϊδεύει ἐξευτελιστικά. Νὰ ἐξυπηρετεῖ μὲ ταπεινωτικὴ δουλοφροσύνη ἀκόμα καὶ κόλακες σιχαμερῶν ὑποκειμένων. Μένουν πάντοτε ἀνικανοποίητες καὶ οἱ ἁπλούστερες ἀνθρώπινες ἐπιθυμίες. Τοῦ λείπει τὸ καθετί καὶ παραδέρνει μέσα στὴν ψυχική του φτώχεια.

Ὁλόκληρη ἡ ζωὴ του εἶναι πλημμυρισμένη ἀπὸ φόβο καὶ πόνο, ὅταν ψυχολογικὰ βρίσκεται στὴν ἴδια κατάσταση, στὴν ὁποία ὁ ἴδιος καταδίκασε τὴν πόλη.

Ὁ τύραννος καταδικάζει τὴν πόλη του μὲ τὴν ἄνομη ἐξουσία του σὲ ἀληθινὴ κόλαση. Προβολὴ τῆς κολάσεως τῆς ψυχῆς του εἶναι ἡ κατάσταση στὴν ὁποία ἔφερε τὴν πόλη του ἡ τυραννική ἐξουσία του: «…Ἐπειδὴ βίαια κρατᾶ στὰ χέρια του τὴν ἐξουσία, εἶναι καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται ὁλοένα καὶ περισσότερο φθονερός, ἄπιστος, ἄδικος, ἔρημος, ἄφιλος, ἀνόσιος, πανδοχεὺς  καὶ  τροφεὺς κάθε  ἀδικίας. Καὶ γιὰ ὅλα αὐτά, ἐνῷ φουντώνει μέσα του  κάθε  δυστυχία, φέρνει δυστυχία καὶ σ’ ὅσους τὸν πλησιάζουν». Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ τυράννου, ὅπως  τὴ συνέλαβε ὁ φιλοσοφικὸς νοῦς τοῦ Πλάτωνα ἐδῶ καὶ δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Τέλεια, ἀπόλυτη,  ὁλοκληρωμένη σὲ σημεῖο ποὺ τίποτε νὰ μὴν ἔχει νὰ συμπληρώσει κανεὶς σήμερα, παρὰ μονάχα νὰ κάνει μία διαπίστωση γιὰ τὸ τί σημαίνει κλασσικὸ πνεῦμα καὶ αἰώνια ἀλήθεια ποὺ ἔλαμψε στὸν νοῦ του.

Πόσοι τύραννοι μεταγενέστερα καὶ σήμερα, διαβάζοντας τὶς σελίδες αὐτὲς τῆς Πλατωνικῆς «Πολιτείας» δὲν θὰ καταλαμβάνονταν ἀπὸ τρόμο καὶ πανωλεθρία, γιατί θὰ τοὺς δινόταν ἡ ἀφορμὴ νὰ δοῦν σὰν σὲ καθρέπτη γυμνὸ τὸν ἑαυτό τους, τὰ πάθη τους, τὴν ἄθλια ζωή τους;

Σωκράτης & Πλάτωνας: η Ουτοπία


Σωκράτης: Ο φιλόσοφος που ανακάλυψε την πολιτική Για τον Σωκράτη η πολιτική είναι το καθήκον του πολιτικού να «επιμελείται» των ψυχών όλων των συμπολιτών του και να τους κάνει «όσο το δυνατόν καλύτερους». Ηταν ο...

nemesis
Σωκράτης & Πλάτωνας: η Ουτοπία
Σωκράτης: Ο φιλόσοφος που ανακάλυψε την πολιτική

Για τον Σωκράτη η πολιτική είναι το καθήκον του πολιτικού να «επιμελείται» των ψυχών όλων των συμπολιτών του και να τους κάνει «όσο το δυνατόν καλύτερους». Ηταν ο πρώτος που υπέβαλε σε «έλεγχο» και τους πολιτικούς, ενώ καταλόγιζε σε όλους σχεδόν τους επώνυμους άρχοντες ακόμη και της λαμπρής πεντηκονταετίας της Αθήνας το ότι κανένας τους δεν βελτίωσε ηθικά τους πολίτες της. Ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που αγωνίστηκε για τη συνάφεια ηθικής και πολιτικής, που απέρριψε τη συμβατική πολιτική κι όχι μόνο της ταραγμένης εποχής του, που αμφισβήτησε την αξία και τη χρησιμότητά της, αλλά και ο μόνος που απέκρουσε την κατηγορία για πολιτική απραξία με τον προκλητικό ισχυρισμό ότι «μόνος αυτός έπραττε τα πολιτικά».

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Ο Σωκράτης (470-399 π.κ.ε.) ήταν ταπεινής καταγωγής και δύσμορφος, που στους μεταγενέστερους χρόνους μετατράπηκε σε σύμβολο της φιλοσοφίας και που ακροβατεί ανάμεσα στον θρύλο και στην πραγματικότητα. Η μνήμη του συγκινεί όλους τους μελετητές της φιλοσοφίας, ακόμη και σήμερα που έχουν περάσει σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια από την δολοφονία του στην αρχαία Αθήνα. Ο Σωκράτης ήταν ο μεγαλομάρτυρας της φιλοσοφίας, αντί της πολιτικής, ο σοφός που εξέταζε και έλεγχε τους ανθρώπους και οι άνθρωποι τον σκότωσαν.

Ήταν υιός ενός λιθοξόου, του Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης (από την οποία ίσως να εμπνεύστηκαν τον όρο «μαιευτική μέθοδος»). Από τη μητέρα του αλλά από άλλο της σύζυγο, είχε και έναν αδελφό, τον Πατροκλέα. Η οικογένεια του κάθε άλλο παρά εύπορη ήταν κι όλοι μαρτυρούν ότι ο Σωκράτης έζησε όλη του τη ζωή «εν μυρίαι πενίαι» σε μεγάλη πενία. Από πολύ μικρό παιδί είχε δείξει μια φυσική ιδιοφυΐα για όλα τα πράγματα, αλλά ποτέ για κάτι συγκεκριμένο, ενώ, μάλλον λόγω της φτώχειας, δεν είχε καμία εκπαίδευση ούτε παιδεία κανενός πράγματος. Ακόμη κι όταν μεγάλωσε, καλά-καλά δεν γνώριζε ούτε να γράφει και μάλιστα γελοιοποιούταν κάθε φορά που αναγκαζόταν να γράψει ή να αναγνώσει κάτι, γιατί έκανε πολλές ανορθογραφίες και φριχτά λάθη στην προφορά, όπως τα μικρά παιδιά.

Όταν τον ρωτούσαν ποιοι ήταν οι δάσκαλοι του, εκείνος απαντούσε ότι ήταν «αυτοδίδακτος» μια λέξη που τη χρωστάμε σε αυτόν, που την επινόησε για να πει ότι ο ίδιος δίδαξε τον εαυτό του. Ήταν, λοιπόν, αυτοδίδακτος στη φιλοσοφία ή, όπως έλεγε άλλες φορές, «αυτουργός της φιλοσοφίας» και όλοι γελούσαν. (Αν και υπάρχουν κάποιες ενδείξεις πως ίσως για λίγον καιρό ήταν μαθητής του Αρχέλαου, μαθητή του Αναξαγόρα).

Ο ίδιος διηγούταν πως όταν ήταν παιδί, ήταν πολύ άτακτος και δεν είχε καλή συμπεριφορά, δείχνοντας πλήρη ανυπακοή ακόμη και στον πατέρα του. Όταν ο πατέρας του τον διάταζε να πάρει τα εργαλεία της τέχνης του και να πάει να τον συναντήσει σε κάποιο μέρος για να τον βοηθήσει, εκείνος παραμελούσε την προσταγή και έτρεχε όπου του άρεσε και έπειτα όλοι τον έψαχναν. Έλεγε ότι ακολούθησε τη φιλοσοφία για να κάνει ότι του αρέσει και να το δικαιολογεί όπως θέλει. Ο Σωκράτης ήταν άνθρωπος με εξαιρετικά πολύ χιούμορ.

Κανένας γύρω του δεν χειριζόταν τόσο καλά τον λόγο όσο αυτός, ήταν ένας αξιοθαύμαστος συζητητής, κανείς δεν μπορούσε να ξεχάσει ακόμη και μία απλή συζήτηση με τον Σωκράτη και σίγουρα θα τη θυμόταν σε όλη του τη ζωή. Ο Σωκράτης έλεγε ότι από την παιδική του ηλικία άκουγε μια εσωτερική φωνή, το «δαιμόνιο» του, η οποία πάντα τον απέτρεπε, να κάνει ή να πει κάποια πράγματα και ποτέ δεν τον προέτρεπε και επίσης τον συμβούλευε.

Αγαπούσε τη φιλοσοφία όσο τίποτε άλλο στη ζωή του. «Εγώ, όταν ήμουν νέος, σε υπερβολικά θαυμαστό βαθμό καταλήφθηκα από τη σφοδρή επιθυμία να αποκτήσω αυτή τη σοφία, την οποία ως γνωστόν ονομάζουν έρευνα αναφερόμενη στη φύση» Από μικρός, λοιπόν, ασχολήθηκε με τη φυσική φιλοσοφία και έρευνα (η οποία στην εποχή του απαγορευόταν με νόμο, και γι’ αυτό αρνήθηκε στο περιβόητο δικαστήριο ότι ασχολήθηκε ποτέ μ’ αυτήν), αργότερα με τη σοφιστεία, αλλά τελικά ήταν ο ιδρυτής της ηθικής φιλοσοφίας και της λεγόμενης ανθρωπολογικής, ενώ εντρύφησε και στα γνωσιολογικά προβλήματα και στις νοητικές διαδικασίες. Δίδασκε, στους ανθρώπους πώς να σκέφτονται σωστά.

Ήταν παντρεμένος και η σύζυγός του ονομαζόταν Ξανθίππη (που έμεινε θρυλική για τον εξαιρετικά δύστροπο χαρακτήρα της) και είχε τρία παιδιά: τον Λαμπροκλή, τον Σωφρονίσκο και τον Μενέξενο. Η Ξανθίππη φαίνεται ότι τυραννούσε πολύ τον Σωκράτη, ο οποίος εξαντλούσε όλη του την υπομονή για να την υποφέρει. Στο έργο Συμπόσιο του Ξενοφώντα, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό σημείο στο οποίο αναφέρεται ότι ο Σωκράτης, όταν του είπαν ότι οι γυναίκες είναι ανεπίδεκτες μαθήσεως και σοφίας, εξέφρασε τη γνώμη ότι «η γυναικεία φάσις είναι επιδεκτική διδασκαλίας».

Τότε, ο Αντισθένης, απαντώντας στον Σωκράτη, εκφράζει την απορία του γιατί τότε δεν κατορθώνει να αλλάξει με τη διδασκαλία του τον χαρακτήρα της Ξανθίππης: «Πώς, λοιπόν, ω Σωκράτη, και εσύ δεν βελτιώνεις δια της διδασκαλίας την Ξανθίππη, αλλά έχεις γυναίκα η οποία είναι εις ύψιστον βαθμόν δυσκολομεταχείριστη εξ όλων των γυναικών αίτινες υπάρχουν, υπήρξαν και θα υπάρξουν;»

Ο Σωκράτης δίνει την ακόλουθη απάντηση: «Διότι βλέπω ότι και εκείνοι: οι οποίοι θέλουν να γίνουν ικανοί ιππείς, προσπαθούν να αποκτήσουν όχι ευπειθέστατους αλλά θυμοειδείς ίππους. Διότι νομίζουν ότι αν έχουν τη δύναμη να δαμάζουν αυτούς τους ίππους, με ευκολία θα μπορούν να οδηγούν όλους τους άλλους ίππους. Και εγώ, λοιπόν, επειδή θέλω να αποκτήσω ικανότητα να έχω σχέση και συναναστροφή με τους ανθρώπους, έχω ως σύζυγο αυτήν, διότι γνωρίζω καλώς ότι εάν κατορθώσω να υποφέρω αυτήν, ευκόλως θα κάνω συναναστροφή με οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο» Υπήρξε γενναίος πολεμιστής και πολέμησε σε μάχες επιδεικνύοντας μεγάλη αντοχή και δεξιοτεχνία, κερδίζοντας τον θαυμασμό των συμπολεμιστών του.

Ο Σωκράτης που ήταν κοντός και καθόλου όμορφος κι όλοι έλεγαν ότι έμοιαζε με σάτυρο, βάδιζε στους δρόμους με βήμα αγέρωχο, κρατώντας το κεφάλι ψηλά προς τα επάνω και πίσω, και συνήθιζε να ρίχνει πλάγια βλέμματα. Το συχνό πλάγιο βλέμμα του Σωκράτη, που ήταν σαν να μην ήθελε να του ξεφύγει τίποτε ή σαν να επιτιμούσε όποιον έβλεπε, παρομοιαζόταν με το βλέμμα του ταύρου. Η εξωτερική εμφάνιση του ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακή και παράδοξη, άσχημη και αποκρουστική. Ηταν πάντα ξυπόλητος, ατημέλητος και απαθής, απέφευγε τα λουτρά, φορούσε το ίδιο σκοροφαγωμένο ένδυμα και το χειμώνα και το καλοκαίρι και αγαπούσε την παρέα με φίλους.

Παρουσιάζεται ως άνθρωπος που καταφρονούσε τις απολαύσεις της ζωής, «του οποίου η σκέψη είχε στραφεί σε κάτι το Οποίο ευρίσκεται πέραν του συνηθισμένου κόσμου». Συχνά άκουγε το δαιμόνιο του να του μιλά, και τότε προσπαθούσε να απομονωθεί για να το ακούει καλύτερα και σε όποιον του μιλούσε του ζητούσε να σιωπήσει και ακόμη πιο συχνά έπεφτε σε ένα είδος έκστασης ή βαθιάς αυτοσυγκέντρωσης, για πολλές ώρες.

Ο Πλάτωνας διηγείται ότι ο Σωκράτης βάδιζε μαζί του για να πάνε στο σπίτι ενός φίλου που τους κάλεσε για δείπνο, και είχαν φτάσει κοντά στο σπίτι όπου περίμεναν οι προσκεκλημένοι, βαδίζοντας αργά έμενε διαρκώς πίσω και τελικά σταμάτησε στα πρόθυρα ενός γειτονικού σπιτιού. «Ο Σωκράτης, λοιπόν, έχοντας στρέψει την προσοχή του κατά τέτοιον τρόπο προς τον εαυτό του, πορευόταν μένοντας πίσω και, όταν ο φίλος του τον περίμενε, εκείνος τον προέτρεπε να προχωρεί. Ο Σωκράτης, λοιπόν, αφού στάθηκε στο πρόθυρο μιας γειτονικής οικείας, έχει σταματήσει εκεί, και παρόλο που εγώ του φωνάζω, δεν θέλει να εισέλθει. Αλλά, αφήστε τον, διότι έχει αυτή τη συνήθεια, κάποτε παραμερίζει και ίσταται ακίνητος όπου τύχει, θα έλθει όμως συντόμως, όπως νομίζω. Μην τον ταράζετε, αλλά αφήνετε τον ήσυχο.Έπειτα, λοιπόν, ήλθε ο Σωκράτης μόνος, όπως άλλωστε συνήθιζε επί πολύ, αλλά ήλθε όταν αυτοί βρισκόντουσαν στα μέσα περίπου του δείπνου».

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο Αλκιβιάδης διηγείται ένα άλλο περιστατικό με τον Σωκράτης κατά την εκστρατεία της Ποτίδαιας: «Ήταν ανώτερος στην αντοχή από όλους τους άλλους. Ακόμη και στις οινοποσίες τους νικούσε όλους και, πράγμα το οποίο είναι θαυμαστό, ουδείς άνθρωπος είδε ποτέ τον Σωκράτη μεθυσμένο, θαυμαστός ήταν και στην αντοχή του ψυχρού κλίματος. Εξερχόταν από τη σκηνή, ενδεδυμένος το ένδυμα το οποίο συνήθιζε να φορεί, ξυπόλητος μέσα στους πάγους, και βάδιζε καλύτερα από εκείνους που φορούσαν υποδήματα.

bigstock-Socrates-Drinking-The-Conium
Σε άλλη περίσταση, βυθισμένος σε μία αυτοσυγκέντρωση από το πρωί, είχε σταθεί στο μέρος όπου βρέθηκε απασχολημένος με κάποια σκέψη. Και επειδή μάλλον δεν κατόρθωνε να προχωρήσει στις σκέψείς του, δεν διέκοψε την αυτοσυγκέντρωση του, αλλά εξακολούθησε να στέκει απασχολημένος με την εξέταση του ζητήματος. Και είχε πλέον φτάσει η μεσημβρία, και τον αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι και θαυμάζοντας έλεγαν ο ένας στον άλλον ότι ο Σωκράτης έχει μείνει ακίνητος εκεί από το πρωί, απασχολημένος με κάποιο ζήτημα. Εν τέλει μερικοί εξ εκείνων οι οποίοι τον είδαν, όταν έγινε εσπέρα, δείπνησαν, κι αφού έβγαλαν από τις σκηνές τα στρώματα τους κοιμόντουσαν στην παγωνιά, αλλά συγχρόνως τον παραφυλούσαν για να δουν αν θα σταθεί ακίνητος εκεί και κατά τη νύκτα. Αυτός στάθηκε ακίνητος μέχρι ότου ήλθε η αυγή και βγήκε ο ήλιος. Έπειτα απομακρύνθηκε αφού απέτεινε χαιρετισμό προς τον ήλιο»

Ο Σωκράτης, ήταν αφοσιωμένος στην παρατήρηση του εαυτού του και περνούσε τελικά στην παρατήρηση όλων των άλλων εαυτών γύρω του, εξετάζοντας τους, γι’ αυτό και αποκαλούσε τον εαυτό του «ψύλλο», ίσως για να δείξει ότι ήταν ταπεινός και ασήμαντος και μικρός σαν ένας ψύλλος, ίσως για να δείξει ότι ενοχλούσε επίμονα τους ανθρώπους όπως ο ψύλλος, αλλά μάλλον εννοούσε και τα δύο. Παρόλο που παλαιότερα είχε ασχοληθεί με το επάγγελμα του πατέρα του σκαλίζοντας την πέτρα, ο ίδιος έλεγε ότι αισθανόταν πιο κοντά στο επάγγελμα της μητέρας του που ήταν μαία: «Γιατί κι εγώ βοηθάω τους ανθρώπους να γεννήσουν: όχι παιδιά, αλλά ιδέες»

Δεν τον πρόσβαλλε ποτέ τίποτε και είχε το χάρισμα να λέει τα πιο πολύπλοκα και βαθυστόχαστα πράγματα με τις πιο απλές λέξεις. Να δύο παραδείγματα γι’ αυτά: Ο αθυρόστομος Αλκιβιάδης τον πείραζε λέγοντάς του: «Δεν μπορείς να αρνηθείς, αγαπητέ Σωκράτη, ότι μοιάζεις με σάτυρο» κι εκείνος απαντούσε «Έχεις δίκιο και μοιάζω κυρίως στην κοιλιά. Πρέπει να αρχίσω να χορεύω για να κομψήνουν οι διαστάσεις της»

Όταν τον ρωτούσαν για τη φιλοσοφία, έλεγε: «Α, είναι πολύ απλό. Η φιλοσοφία δεν είναι κατοχή γνώσεων, αλλά συνεχής έρευνα αναφερόμενη όχι σε έναν περιορισμένο κύκλο θεμάτων αλλά στην ανθρώπινη ζωή γενικώς. Η φιλοσοφία είναι ο έρως και η εκζήτηση της γνώσεως. Ο θεός δεν φιλοσοφεί, γιατί κατέχει τη σοφία, φιλοσοφεί όμως ο άνθρωπος, διότι η ύπαρξη του είναι πεπερασμένη και ενδεής. Η κατάσταση που διεγείρει στον άνθρωπο την ορμή για φιλοσοφική έρευνα, είναι η απορία. Γι’ αυτό ρωτώ τους πάντες, αλλά συνήθως αποκρίσεις δεν δίδω, διότι δεν είμαι κάτοχος γνώσεων, γι’ αυτό και έχω πολλές απορίες και γι’ αυτό φιλοσοφώ. Αλλά, κατέχω την τέχνη να κάνω και τους άλλους να απορούν»

Αληθινά, ο Σωκράτης συντάρασσε τον νου και την ψυχή των συνομιλητών του και τους έκανε να χάνουν την ψευδαίσθηση ότι ήταν κάτοχοι σταθερών γνώσεων. Όταν συζητούσε, δήλωνε πάντοτε πλήρη άγνοια σε σχέση με το συζητούμενο θέμα και έκανε συνεχώς ερωτήσεις. Άκουγε με υπομονή τους μαθητές του και ύστερα άρχιζε να διατυπώνει τις ερωτήσεις ή τις αντιρρήσεις του: «Όταν μιλάς για την αρετή, τι ακριβώς εννοείς με αυτή τη λέξη;» Πολύ σωστά, απαιτούσε ακριβείς συλλογισμούς, καθαρές διατυπώσεις, συνειδητή γνώση κι όχι παιχνίδια με τις λέξεις. «Τι είναι αυτό;» ήταν η αγαπημένη του ερώτηση για οποιοδήποτε θέμα κι αν συζητούσε με τους ανθρώπους.

«Θεωρώ τον εαυτό μου τον σοφότερο μεταξύ των ανθρώπων, γιατί ξέρω πως δεν ξέρω τίποτε» (μια αξιοθαύμαστα ρητορική δήλωση, αφού δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν αυτός που την κάνει είναι αλαζονικός ή μετριόφρων). Ο Αριστοτέλης έλεγε για τον Σωκράτη: «Δύο πράγματα πρέπει να του αναγνωριστούν: οι επαγωγικοί συλλογισμοί και οι ορισμοί».

Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι ο Σωκράτης ήταν ένας πάρα πολύ ενοχλητικός και αντιπαθής άνθρωπος για όλους τους εξυπνάκηδες, τους πονηρούς και δόλιους ανθρώπους, τους μισαλλόδοξους, τους υποκριτές, τους ημιμαθείς, τους άδικους, τους μικρόνοες, τους κρυψίνοες, τους εξουσιαστές, τους εγωιστές, τους ξεροκέφαλους, τους βλάκες, τους κομπλεξικούς, κλπ δηλαδή για το 80% του πληθυσμού οποιασδήποτε εποχής. Είναι ο φιλόσοφος που αποτέλεσε το αρχετυπικό θύμα της μισαλλοδοξίας και της αλαζονείας των ανθρώπων, της κρατικής εξουσίας και του παρωπιδισμού, του ιερατείου και του σκοταδισμού.

Αγαπούσε τους νέους και οι νέοι τον αγαπούσαν και τον θαύμαζαν, μαζεύονταν πάντοτε γύρω του στους δρόμους και στην αγορά και παρακολουθούσαν τις συζητήσεις του με τους ανθρώπους που εξέταζε: μετά από μερικές ερωτήσεις και επισημάνσεις, ο Σωκράτης αποδείκνυε ότι ο φαφλατάς συνομιλητής του είτε δεν ήξερε τι έλεγε, είτε καυχιόταν για γνώσεις που δεν κατείχε, είτε υποκρινόταν και δεν ενδιαφερόταν στ’ αλήθεια για τα πράγματα που έλεγε ότι ενδιαφερόταν, είτε ήταν ημιμαθής.

Η αναμόρφωση των πολιτών

Οπως προκύπτει από την Απολογία, από κάποιους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους και κυρίως από τον Γοργία, αλλά και από τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, ο Σωκράτης δεν ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική. Είτε τον απέτρεπε το «δαιμόνιο» είτε γιατί γνώριζε ότι, αν το έκανε σύμφωνα με τις αρχές του, θα είχε καταδικασθεί από τους Αθηναίους πολύ ενωρίτερα. Ετσι, σύμφωνα με το πνεύμα του Επιταφίου του Περικλή, θα μπορούσε, περιοριζόμενος στον ιδιωτικό και όχι τον δημόσιο έλεγχο και αγώνα για το δίκαιο, να χαρακτηρισθεί «αχρείος».

Κάποιες, με το σημερινό πνεύμα γνήσια πολιτικές, πράξεις και αντιστάσεις που πρόβαλε απέναντι τόσο στη δημοκρατία όσο και στην τυραννία της εποχής του, ο ίδιος δεν φαίνεται να τις αξιολογούσε πολιτικά αλλά ηθικά όταν ομολογούσε απολογητικά ότι πράγματι με την τρέχουσα έννοια «δεν έπραττε τα πολιτικά» περιοριζόμενος στην ιδιωτική κριτική πολιτικών πρακτικών, όπως της εκκλησίας του δήμου και του αιτήματος να έχει ο καθένας λόγο για τα κοινά, της κλήρωσης των αρχών από τους «τυχόντες» κτλ. και δημοσίων προσώπων γιατί διεκδικούσαν σοφία που δεν είχαν και δεν συνέβαλλαν στην ηθική βελτίωση των πολιτών.

Κύριο μέλημα της πολιτικής για τον Σωκράτη ήταν η ηθική θωράκιση και αναμόρφωση των πολιτών. Ετσι, παρά τα όποια επιτεύγματά τους για την ασφάλεια, την οικονομική άνθηση και το γόητρο της πόλης ­ πολιτικές στρατηγικές για μας σήμερα θεμελιωδώς σημαντικές ­, καταλόγιζε σε όλους σχεδόν τους επώνυμους άρχοντες ακόμη και της λαμπρής πεντηκονταετίας της Αθήνας το ότι κανένας τους δεν βελτίωσε ηθικά τους πολίτες της. Ισχυριζόταν λοιπόν ότι από μια άποψη αυτός «έπραττε τα πολιτικά» καλύτερα γιατί, αντί να τα πράττει μόνος του, φρόντιζε να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερους ικανούς για τούτο. Καταδίκαζε και αυτός την πολιτική αδιαφορία ενθαρρύνοντας, με τεχνοκρατικό κάπως, ανάλογο με το πλατωνικό, πνεύμα, την ενεργό ανάμειξη στην πολιτική των «επισταμένων άρχειν». «Άνευ παρασκευής και επιμελείας» δεν μπορεί κάποιος να «πράττει τα πολιτικά» γιατί η πολιτική τέχνη είναι η «μεγίστη τέχνη» και η «καλλίστη αρετή».

Με την πεποίθηση ότι «ο ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω» και ότι κανείς δεν έπρεπε να «ιδιωτεύει της αρετής» αγωνιζόταν ο Σωκράτης σαν την αλογόμυγα να αφυπνίσει τις συνειδήσεις, να κεντρίσει την αυτογνωσία και να επιτύχει την ηθική αναμόρφωση. Είχε απόλυτη επίγνωση ότι η για πολλούς ενοχλητική αυτή πρακτική, με το πολύ βαρύ, όπως αποδείχθηκε, τίμημα, ήταν αυθεντική πολιτική πράξη, όπως φαίνεται από την τελική του σχετική απάντηση στον Γοργία.

Ενώ παραδέχεται ότι «ουκ έστι των πολιτικών» και σημειώνει ότι γινόταν συχνά περίγελως με την άγνοιά του των πολιτικών πραγμάτων, μη ξέροντας ούτε καν να «επιψηφίζει» και εξηγεί ότι δεν θα τον ξαφνιάσει καθόλου η καταδίκη του, διακηρύσσει: «Οἶμαι μετ’ ὀλίγων Ἀθηναίων, ἵνα μή εἴπω μόνος, ἐπιχειρεῖν τῇ ὡς ἀληθῶς πολιτική τέχνη καί πράττειν τά πολιτικά μόνος τῶν νύν· ἅτε οὖν οὐ πρός χάριν λέγω τούς λόγους οὖς λέγω ἑκάστοτε, ἀλλά πρός τό βέλτιστον, οὐ πρός τό ἥδιστον, καί οὐκ ἐθέλων ποιεῖν ἅ σύ παραινεῖς, τά κομψά ταῦτα»(521d). Στο χωρίο αυτό δίνει ο Σωκράτης την πρώτη απάντηση στην ιστορία του πνεύματος στο ερώτημα «σε τι χρησιμεύει η πολιτική;»: Η αληθινή πολιτική αποσκοπεί κυρίως στην καλλιέργεια της ηθικής ακεραιότητας των πολιτών.

Πολλά από τα επιχειρήματα του Σωκράτη δεν αντέχουν στην κριτική. Η δημοκρατία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι τα ύψιστα πολιτισμικά γεγονότα του αιώνα μας. Μερικοί σοφιστές, θεωρητικοί της δημοκρατίας και της ιδεολογίας οικουμενικών δικαιωμάτων βρίσκονται γενικώς εγγύτερα από τον Σωκράτη στο πνεύμα των καιρών. Αλλά μετά τον Μακιαβέλι, τη realpolitik και τα πρόσφατα «σύνδρομα», κεφαλαιώδες αίτημα της εφαρμοσμένης και της δημόσιας ηθικής είναι η επαναπροσέγγιση ηθικής και πολιτικής. Η πολιτική δεν επιτρέπεται να παρέχει στα δημόσια πρόσωπα ηθικό άλλοθι. Η απάντηση του Σωκράτη, παρά τις υπερβολές και τις παραλείψεις της, είναι σήμερα από την άποψη αυτή μοναδικά επίκαιρη. Ας την ενστερνισθούν οι πολιτικοί μας κατά το «Έτος Σωκράτη» και κατά την «Ημέρα της φιλοσοφίας».

sokrates konio
Το τέλος του Σωκράτη από την ανθρώπινη πανούκλα

Οι υποκριτές άνθρωποι οργίζονταν, κατηγορώντας τον Σωκράτη, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι τον αντιπαθούσαν ή τον μισούσαν θανάσιμα γιατί τους ξεμπρόστιαζε. Και οι ανήσυχοι -και πάντα ριζοσπάστες- νέοι, που συνήθως τα παρακολουθούσαν όλα αυτά, έπαιρναν πάντα το μέρος του Σωκράτη, μάθαιναν απ’ αυτόν ή διασκέδαζαν, τον ακολουθούσαν παντού για να μάθουν περισσότερα. Αυτός είναι ο λόγος που -οι θιγμένοι αλαζόνες που όλο και πλήθαιναν- κατηγόρησαν τον Σωκράτη στην πολιτεία για «διαφθορά των νέων».

Αντί να αναγνωρίσουν έναν σοφό άνθρωπο και να μάθουν απ’ αυτόν και να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι ή να εμπνευστούν, αυτό που στα αλήθεια εννοούσαν κατηγορώντας τον για διαφθορά της νεολαίας ήταν ότι τους ξεγύμνωνε ηθικά και νοητικά, φανέρωνε τη βλακεία τους μπροστά στους νέους, και εκείνοι έχαναν το σεβασμό τους προς αυτούς. Δεν μπορούσαν πλέον να ασκήσουν εξουσία επάνω τους. Ο Σωκράτης απομυθοποιούσε την εξουσία των φαύλων που παρίσταναν τους ενάρετους και τους δημοκράτες, τους διανοούμενους και τους ειδικούς.

Τον κατηγόρησαν για ασέβεια και «εισαγωγή νέων θεών», επειδή έλεγε ότι είχε ένα δικό του δαιμόνιο, δηλαδή έναν ολόδικό του θεό που μιλούσε μόνο σ’ αυτόν προσωπικά και σε κανέναν άλλον και επειδή έφερνε στο φως της εξέτασης και της έρευνας όλες τις αφελείς δεισιδαιμονίες τους και τις ανόητες δοξασίες και πεποιθήσεις τους, αναζητώντας τη λογική, τη διάνοια, το δίκαιο και την ηθική, που ήταν οι αληθινοί «θεοί» του Σωκράτη. Και το γελοίο της υπόθεσης ήταν ότι ο Σωκράτης ποτέ δεν έδειξε ασέβεια προς το θείο, αντιθέτως μάλιστα, ήταν άνθρωπος μετρημένος και ευσεβής, ούτε καταφρόνησε ποτέ έκδηλα την πολιτεία.

Στην αναπτυσσόμενη δυσαρέσκεια των φαύλων απέναντι στον Σωκράτη και στη δυσφήμηση του από αυτούς προς το λαό, συντέλεσε και ο φαφλατάς και άξεστος είρωνας Αριστοφάνης, που τον παρουσίαζε στην κωμωδία Νεφέλες και αλλού, ως άνθρωπο γελοίο, τεμπέλη, ονειροπαρμένο και πρόστυχο, πιθανώς τρελό και επικίνδυνο, και το παράδειγμα του συκοφάντη Αριστοφάνη μιμήθηκαν και άλλοι κωμικοί συγγραφείς της γελοιότητας και της γελοιογραφίας. Τα έργα αυτά δημιούργησαν μια τελείως δυσφημιστική εικόνα του Σωκράτη κι επηρέασαν σημαντικά την ετυμηγορία της δίκης που θα ακολουθούσε, με αποτέλεσμα την άνανδρη δολοφονία του σοφού ανθρώπου της φιλοσοφίας.

Ήταν ένας άνθρωπος που ποτέ δεν απέκρυψε τη γνώση και τις ιδέες, όπως έκαναν οι μυστικιστές χειραγωγοί των ανθρώπων σε όλες τις εποχές, που ωθούσε προς τη σοφία όλους τους φίλους του, αποστρεφόταν τα πλούτη και τις πόζες και ήταν ένας πολύ φτωχός άνθρωπος, ένας αυθεντικός διανοούμενος και ένας αληθινός δάσκαλος.

«Εγώ βρίσκω μεγάλη ευχαρίστηση με τους καλούς φίλους κι εάν αποκτήσω μίαν ωφέλιμον γνώση, την ανακοινώνω εις αυτούς δια της διδασκαλίας, και τους συνιστώ και εις άλλους ανθρώπους, από τους οποίους νομίζω ότι θα έχουν κάποια καλή ωφέλεια ως προς την αρετή. Και τους θησαυρούς των παλαιών σοφών, τους οποίους εκείνοι τους κληροδότησαν εις ημάς γράψαντες αυτούς σε βιβλία, όταν βρίσκω τα βιβλία αυτά από κοινού με τους φίλους τα αναγιγνώσκω, και αν βλέπωμεν κάτι το οποίον είναι καλό, το εκλέγομεν και νομίζομεν μέγα κέρδος εάν γινόμεθα ωφέλιμοι προς αλλήλους.» Αυτόν τον άνθρωπο σκότωσαν οι Αθηναίοι. Ενώ ακόμη και τους τυράννους απλά τους εξόριζαν, τους τσαρλατάνους μάντεις τους θαύμαζαν, τους κόλακες και τους πονηρούς απατεώνες τους έδιναν πολιτικά αξιώματα, (όπως έδωσαν αξιώματα και τιμές στους κατήγορους του που τον οδήγησαν στο θάνατο).

Να τι έγραφε το κατηγορητήριο ενάντια στον Σωκράτη: «Ο Σωκράτης είναι ένοχος μεγίστου αδικήματος, επειδή δεν αναγνώριζει ως θεούς εκείνους τους οποίους αναγνωρίζει η πόλης, εισηγείται δε νέας θεότητας. Είναι προσέτι ένοχος αδικήματος και επειδή διαφθείρει τους νέους. Η προτεινόμενη ποινή είναι θάνατος…» Αυτό είναι ουσιαστικά το κατηγορητήριο ενάντια στη φιλοσοφία, και ο Σωκράτης είναι ο μεγαλομάρτυρας της φιλοσοφίας.

Ο Σωκράτης ξεκινάει την απολογία του λέγοντας ότι οι κατήγοροί του, είπαν τόσες αναλήθειες και τόσο πειστικά που λίγο ακόμα και θα έπειθαν και τον ίδιο για όλα αυτά. Οι κατήγοροι είχαν ήδη προτρέψει τους δικαστές να μην τον πιστέψουν διότι είναι δεινός ρήτορας, ο Σωκράτης όμως καταρρίπτει το επιχείρημά τους αυτό, με την απόδειξη ότι πρώτη φορά σε ηλικία εβδομήντα ετών παρουσιάζεται μπροστά σε δικαστήριο, οπότε είναι και εντελώς ξένος ως προς την γλώσσα που χρησιμοποιείται εκεί.

Στην συνέχεια ο Σωκράτης ενημερώνει τους δικαστές ότι υπάρχουν δύο ειδών κατήγοροι, οι πρόσφατοι Άνυτος, Μέλητος και Λύκωνας και οι παλαιότεροι. «Το κατηγορητήριο λοιπόν λέει ότι αυτός ερευνά με περιττό ζήλο τα φαινόμενα που συμβαίνουν κάτω από την γη και στον ουρανό, τα άδικα τα κάνει να φαίνονται δίκαια και όλα αυτά τα διδάσκει στους άλλους». Ο Σωκράτης καλεί όλους τους παρευρισκόμενους να πουν αν ποτέ τον άκουσαν να λέει κάτι από τα παραπάνω, όπως και το αν ποτέ πήρε χρήματα για την διδασκαλία του, όπως κάνουν πολλοί άλλοι, όχι κακώς. Κανείς δεν επιβεβαίωσε κάτι τέτοιο. Ο Σωκράτης αφού έδωσε εικόνα για την αιτία των πρώτων κατηγόρων συνεχίζει στην εξέταση των προσφάτων κατηγόρων ξεκινώντας από τον Μέλητο.

THE-DEATH-OF-SOCRATES-GIAMBETTO-CIAGNAROLLI
Ο Σωκράτης ξεκινάει επιθετικά λέγοντας ότι ένοχος είναι ο Μέλητος επειδή σέρνει σε δικαστήρια ανθρώπους προσποιούμενος ότι ενδιαφέρεται και φροντίζει για πράγματα που ποτέ δεν νοιάστηκε. Με τις ερωτήσεις του προτρέπει τον Μέλητο να επιδείξει ποιοι είναι αυτοί που ωφελούν τους νέους. Ο Μέλητος απαντάει ότι είναι οι όλοι οι δικαστές, οι ακροατές, οι βουλευτές, τα μέλη της εκκλησίας του δήμου, οι εκκλησιαστές κτλ.

«Δηλαδή όλοι εκτός από εμένα έτσι;» ρωτάει ο Σωκράτης, «έτσι ακριβώς» απαντάει ο Μέλητος. Ο Σωκράτης λέγει ότι «είναι δυνατόν στα άλογα οι πολλοί να τα εκπαιδεύουν και οι λίγοι δηλαδή οι ιπποκόμοι να τα διαφθείρουν, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, έτσι θα ήταν πολύ ευτυχισμένοι οι νέοι αν μόνο ένας υπήρχε να τους διαφθείρει και όλοι οι υπόλοιποι να τους ωφελούσαν».

Ο Άνυτος υποστήριξε μπρος στους δικαστές (εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς) ότι είτε από την αρχή δεν θα έπρεπε καθόλου να δικαστεί ο Σωκράτης είτε αφού ξεκίνησε η δίκη δεν γίνεται να μην καταδικαστεί εις θάνατον, διότι αν δεν καταδικάσουν τον Σωκράτη αυτός μετά θα καταστρέψει τα παιδιά τους και τους ίδιους με τις φιλοσοφίες του. Στην συνέχεια ο Σωκράτης κάνει λόγο για το γνωστό «Σωκρατικό Δαιμόνιο» (στο οποίο στάθηκε ο Πλούταρχος με το βιβλίο του “Περί Σωκράτους Δαιμόνιον” ) εξηγώντας τον λόγο για τον οποίο δεν ασχολήθηκε ποτέ με την πολιτική.

«Ίσως σας φαίνεται παράξενο που ενώ τριγυρνάω ανάμεσα σας και σας συμβουλεύω, ποτέ δεν ανέβηκα στο βήμα μιλώντας στο πλήθος να συμβουλέψω την πόλη. Αιτία αυτού είναι εκείνο που πολλές φορές σε πολλά μέρη με έχετε ακούσει να λέω, ότι δηλ μέσα μου κάτι θεϊκό και δαιμόνιο, μια φωνή. Αυτή η φωνή υπάρχει από τότε που ήμουν παιδί, που πάντα την ακούω η οποία με αποτρέπει από κάτι που πρόκειται να κάνω αλλά ποτέ δεν με προτρέπει σε τίποτα. Αυτή λοιπόν με αποτρέπει να ασχοληθώ με την πολιτική, και ξέρετε καλά ότι αν είχα ασχοληθεί με την πολιτική από καιρό θα είχα αφανισθεί και ούτε εσάς θα είχα ωφελήσει ούτε και τον εαυτό μου».

Στην συνέχεια ο Σωκράτης περνάει στο σημείο της κατηγορίας περί των θεών. Καταρρίπτει την κατηγορία του άθεου εφόσον η ίδια η κατηγορία είναι ότι διδάσκει και φέρνει καινούριες θεότητες, οπότε δεν μπορεί να είναι άθεος. Και ενώ ο Μέλητος επιμένει στην κατηγορία ότι δεν πιστεύει σε θεούς, ο Σωκράτης απαντά ότι είναι δυνατόν να κατηγορείται για αθεΐα την στιγμή που εισάγει νέους θεούς; Εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος της απολογίας, το δικαστήριο αποφασίζει ότι είναι ένοχος με τριάντα ψήφους διαφορά, οπότε θα πρέπει να περάσει σε δευτερολογία για να επιχειρηματολογήσει επάνω στο φλέγον ζήτημα της ποινής που θα του επιβληθεί.

«Όντας βέβαιος ότι δεν έχω αδικήσει κανέναν, δεν πρόκειται φυσικά να αδικήσω τον εαυτό μου» συνεχίζει ο Σωκράτης.

Οι δικαστές όμως τον καταδίκασαν εις θάνατον και ο Σωκράτης κάνει τον επίλογό του.

Μετά ο Σωκράτης απευθύνεται σε αυτούς που έριξαν αθωωτική βουλή φανερώνοντας τους ότι η συνηθισμένη μαντική ικανότητα του δαιμονίου που του εμφανιζόταν πολύ συχνά, και που ακόμα για απλά πράγματα τον εμπόδιζε αν ήταν να πράξει κάτι που δεν ήταν σωστό, αυτή την φορά δεν τον εμπόδισε να μην πει αυτά που είπε στο δικαστήριο. Όπως λοιπόν φαίνεται ήταν γι αυτόν καλό. Τέλος τους παροτρύνει να πιστέψουν ότι η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει για τον καλόν άνθρωπο κανένα κακό, ούτε όταν ζει ούτε όταν πεθαίνει και ότι δεν αμελούν οι θεοί να φροντίζουν για τις υποθέσεις τους. Ο Σωκράτης κλείνει την απολογία του με τα εξής λόγια: «Αλλά τώρα είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω και σεις για να ζήσετε. Ποιοι από μας πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα είναι άγνωστο σε όλους εκτός από τον θεό».

Δεν έγραψε ποτέ τίποτε, τη φιλοσοφία του την κατέγραψαν οι μαθητές του, κυρίως ο Πλάτωνας (ο μαθητής που τον αγαπούσε πιο πολύ απ’ όλους) σε μορφή διαλόγων. Αν δεν μιλούσαν γι’ αυτόν ο Πλάτωνας, ο Ξενοφώντας, ο Διογένης Λαέρτιος, ο Πλούταρχος, ο Πορφύριος και μερικοί Σωκρατικοί φιλόσοφοι, δεν θα γνωρίζαμε τίποτε για τον Σωκράτη.

Ενώ του δόθηκε μια ευκαιρία μέσω των μαρτύρων υπεράσπισης να αποφύγει τον θάνατο, όταν τον ρώτησαν τι ποινή θα πρότεινε για τον εαυτό του αντί του θανάτου, εκείνος εξόργισε ακόμη περισσότερο το πλήθος και τους δικαστές όταν αντιπρότεινε ότι όχι μόνο δεν έπρεπε να τον καταδικάσουν αλλά ζήτησε και την τιμητική συντήρηση και ενίσχυση του από το πρυτανείο!

Οι φίλοι του προσπάθησαν να τον πείσουν να τους αφήσει να τον βοηθήσουν να αποδράσει, όπως είχαν φυγαδευτεί και γλιτώσει από την καταδίκη ο Πρωταγόρας και ο Αναξαγόρας πριν από, αυτόν, αλλά εκείνος αρνήθηκε, είτε από κούραση, είτε από υπερηφάνεια, είτε γιατί δεν είχε ταξιδέψει μακριά ποτέ του, είτε αποδεχόμενος το ρόλο του ως μάρτυρα. Τον οδήγησαν στη φυλακή, όπου έμεινε για λίγο τριγυρισμένος από τους μαθητές του που έκλαιγαν απαρηγόρητοι και από τα μικρά παιδιά του που τα είχε φέρει η σαστισμένη Ξανθίππη για να τον αποχαιρετήσουν.

Όταν ο δήμιος του έδωσε να πιει το κώνειο, παρηγορούσε τους αγαπημένους του φίλους και μαθητές μέχρι την τελευταία του ανάσα, λέγοντας: «Γιατί απελπίζεστε; Δεν ξέρετε άραγε πως από τη μέρα που γεννήθηκα η φύση με είχε καταδικάσει σε θάνατο; Καλύτερα λοιπόν εγκαίρως και όσο είμαι υγιής, αποφεύγοντας την παρακμή. Είθε να είναι ευτυχής η μετοίκηση μου στον άλλο κόσμο, ο οποίος ίσως να είναι καλύτερος απ’ αυτόν εδώ»

«Εγώ όσα πράγματα γνωρίζω, το πλήθος τα αποδοκιμάζει, κι όσα το πλήθος επιδοκιμάζει, εγώ δεν τα γνωρίζω καθόλου» (Επίκουρος)

platonas sikofandis
Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΟΥΤΟΠΙΑ

Ο Πλάτωνας (427-346 μ.κ.ε.) είναι ίσως ο πιο γνωστός κι ο πιο πολυδιαβασμένος στην εποχή μας φιλόσοφος της αρχαιότητας. Το αληθινό όνομα του Πλάτωνα ήταν Αριστοκλής. Το όνομα Πλάτωνας ήταν ένα παρατσούκλι του, τον φώναζαν έτσι επειδή ήταν «πλατύς», είχε πλατιούς και δυνατούς ώμους, πλατύ στέρνο και αθλητικό παράστημα. Καταγόταν από παλαιά οικογένεια ευγενών, που θεωρούσε ως προγονό της τον Σόλωνα. Κατ’ επέκταση, ήταν ευκατάστατος.

Ήταν όντως πολύ αθλητικός και δυνατός, στον πόλεμο είχε τιμηθεί πολλές φορές ως πολεμιστής, ο πρώτος του δάσκαλος στη φιλοσοφία ήταν ο Κρατύλος, ο οποίος τον ώθησε να μελετήσει τους Ίωνες φιλοσόφους και τελικά περισσότερο τον Εμπεδοκλή, τον Αναξαγόρα και τον Ηράκλειτο, αλλά στα είκοσι δύο του χρόνια γνώρισε τον Σωκράτη και μεταμορφώθηκε σε διανοούμενο. Μέχρι τότε ο Πλάτωνας ήταν ένας ποιητής, συνέθετε κυρίως ελεγείες και επιγράμματα. Ήταν μάλλον ο πιο πιστός και ο πιο επιμελής μαθητής του δασκάλου του, τον οποίο αγαπούσε με πάθος, τον θαύμαζε και τον υποστήριζε ακόμη και με κίνδυνο της ζωής του.

Η άδικη δολοφονία του Σωκράτη τον συγκλόνισε βαθύτατα, τόσο που τον ώθησε να εκπατριστεί, εγκατέλειψε την Αθήνα και τους ανόητους και μισαλλόδοξους συμπολίτες του και άρχισε τις περιπλανήσεις. Πήγε στα Μέγαρα όπου έμεινε κοντά στον Ευκλείδη, έπειτα στην Κυρήνη (όπου έμεινε για κάποιον καιρό μαζί με τον Αρίστιππο), στην Ιωνία, και κατέληξε στην Αίγυπτο, όπου θέλησε να ζήσει με ηρεμία μελετώντας τα μαθηματικά και τη θεολογία. Δεν ήθελε να επιστρέψει στην Αθήνα, γιατί έπειτα από τη νομιμοποιημένη δολοφονία του Σωκράτη που προκάλεσε μέγιστο τραύμα στην ψυχή του Πλάτωνα, από τις εμπειρίες του, την εξέταση και τη βαθύτερη κριτική παρατήρηση της κοινωνίας, είχε απογοητευτεί πλήρως από το τοπικό πεδίο των πολιτικών ανδρών, των νόμων, της θρησκείας, και των παραδοσιακών εθίμων και ηθών.

Επέστρεψε για λίγο στην Αθηναίο το 395 μ.κ.ε. αλλά έφυγε ξανά άπρακτος και αηδιασμένος για να ταξιδέψει στον Τάραντα της Κάτω Ιταλίας και στη Σικελία για να ερευνήσει την Πυθαγόρεια φιλοσοφία, όπου και γνώρισε τον αινιγματικό φιλόσοφο και επιστήμονα Αρχύτα, ο οποίος τον εξάσκησε σε ειδικές μεθόδους και γνώσεις των Πυθαγορείων και στη σκέψη του Δημόκριτου.

Δεν θα αναφερθώ εκτενώς στην Πλατωνική φιλοσοφία, όχι μόνο γιατί είναι πολυσχιδής και περίτεχνη, στο βάθος της μυστικιστική και με πολλές ερμηνείες, αλλά διότι, οι βασικές της θεωρίες είναι αρκετά γνωστές και διαδεδομένες. Η φιλοσοφία του Πλάτωνα επικεντρώνονταν κυρίως στις Ιδέες -έννοια που αυτός εισήγαγε στον κόσμο της σκέψης- και στον περιβόητο Κόσμο των Ιδεών και των Αρχετύπων, στη θεωρία, στην ηθική, στη θετική διαλεκτική (που ως τις μέρες του είχε αρνητικό χαρακτήρα), στην τέχνη του διαλόγου, στη γεωμετρία και στην ιστορία, στη νομική και σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική (ή μάλλον, θα έλεγε κανείς, στην κυβερνητική).

Αν και, δεν υπήρχε τομέας της γνώσης που να μην είχε εντρυφήσει και είχε τη σοφία να συνδυάζει τις γνώσεις και τις θεωρίες όχι μόνο τις δικές του αλλά και των άλλων φιλοσόφων που είχε υπ’ όψιν του, καθώς και όλες τις γνωστές επιστήμες και αρκετές δικής του επινόησης. Ήταν αληθινά ένας πανεπιστήμονας. Ο Πλάτωνας ήταν ο πρώτος συγκρητιστής, ίσως και ο πρώτος σημειολόγος. Φυσικά, ήταν και μεγάλος λογοτέχνης και συναρπαστικός ρήτορας. Το κύριο χαρακτηριστικό των πάμπολλων έργων του Πλάτωνα είναι ότι τα περισσότερα γράφτηκαν με τη μορφή διαλόγου, με ήρωα τον Σωκράτη, και παρουσιάζονται ως Σωκρατικοί διάλογοι.

Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ξέρει αν οι διάλογοι αυτοί είναι αυθεντικοί, αν έγιναν δηλαδή στ’ αλήθεια από τον Σωκράτη και τους συνομιλητές του, ή είναι φανταστικοί. Το πιθανότερο είναι πως ισχύουν και τα δύο. Μοιάζει αδύνατον να θυμόταν ο Πλάτωνας όλους αυτούς τους εξαιρετικά περίτεχνους διάλογους του Σωκράτη, λέξη προς λέξη, αλλά δεν είναι και απίθανο, μιας και ο Πλάτωνας ήταν ένας πολύ ασυνήθιστος άνθρωπος με πολλά ιδιαίτερα χαρίσματα.

(Το μόνο αντίστοιχο στη λογοτεχνία που μπορώ να φανταστώ, είναι οι πολύτομοι διάλογοι του Δον Χουάν με τον Κάρλος Καστανέντα, πρότυπο των οποίων είναι φανερό ότι υπήρξαν οι Σωκρατικοί διάλογοι του Πλάτωνα). Η λογοτεχνική αυτή μέθοδος αποτελεί εξαιρετικό συγγραφικό κόλπο, αφού ο συγγραφέας βάζει έναν ήρωα να μιλήσει για λογαριασμό του κι έτσι περνάει αυτά που έχει να πει ξεπερνώντας τις επιφυλάξεις του αναγνώστη, ο οποίος ταυτίζεται με τον άλλο συνομιλητή.

Είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον Πλάτωνα και στον αναγνώστη του.

Επιπλέον, έτσι ο συγγραφέας δεν μπορεί να αποδοκιμαστεί άμεσα για κάτι που έγραψε, επειδή το έχει βάλει στα χείλη κάποιου άλλου. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Πλάτωνας ζούσε σε επικίνδυνες εποχές κι ο Σωκράτης είχε ήδη πληρώσει το τίμημα. Πέρα από όλα αυτά, το βέβαιο είναι πως οι συγγραφείς αυτών των διαλόγων αποτέλεσαν και ένα είδος εκδίκησης του Πλάτωνα για λογαριασμό του δασκάλου του, όχι μόνο καταδεικνύοντας αναμφισβήτητα πόσο σοφός ήταν ο Σωκράτης, αλλά και εξασφαλίζοντας ότι οι εχθροί της φιλοσοφίας δεν θα μπορούσαν να σβήσουν εύκολα τη μνήμη του από την Ιστορία. Είναι αμφίβολο αν θα θαυμάζαμε σήμερα τόσο πολύ τον Σωκράτη, αν δεν υπήρχαν τα έργα αυτά του Πλάτωνα.

Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι το πιο σημαντικό έργο του ήταν η Πολιτεία κι έλεγε ότι τα περισσότερα γραπτά του συνέκλιναν σ’ αυτό του το έργο. Ήταν η αρχετυπική ουτοπία, το τέλειο πολιτικό σύστημα, η φιλοσοφική πολιτεία των τελείων, σύμφωνα με την οποία τους πολίτες κυβερνούσαν οι σοφοί και οι ενάρετοι κάτω από έναν βασιλιά φιλόσοφο. Ο Πλάτωνας δεν είχε μείνει μόνο στο θεωρητικό κομμάτι της Πολιτείας του, αλλά σε όλη του τη ζωή αναζητούσε με επιμονή τον τρόπο να την εφαρμόσει σε κάποιο μέρος της Ελλάδας, των αποικιών ή του υπόλοιπου γνωστού κόσμου.

Ήταν ένας μεταφυσικός στοχαστής, ιδεαλιστής και ελιτιστής

Ο Πλάτωνας ήταν ανοιχτά και δηλωμένα αρνητής της δημοκρατίας (την οποία τη θεωρούσε στη χειρότερη περίπτωση ως εφαρμοσμένη υποκριτική ή θεατρικό δρώμενο και στην καλύτερη ως ανεπαρκές πολιτικό σύστημα). Ήταν ένας εκ φύσεως αριστοκράτης του πνεύματος (και θα έλεγε κανείς ότι ενσάρκωνε έναν τύπο φιλόσοφου Δον Κιχώτη).

Στο ταξίδι του εκείνο στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, κατά το οποίο τον συνόδευαν δύο από τους «εταίρους» του (όπως αποκαλούσε τους συνεργάτες του και τους μαθητές του, που τους θεωρούσε «συνόντες») ο Ξενοκράτης και ο Σπεύσιππος, έκανε μία κομβική γνωριμία, συναντήθηκε και έγινε φίλος με τον Δίωνα, έναν λαμπρό νέο που έγινε ίσως ο πιο πιστός μαθητής του και πολύ καλός φίλος. Η αδελφή του Δίωνα, Αριστομάχη, είχε παντρευτεί τον τύραννο των Συρακουσών, Διονύσιο Α΄ τον πρεσβύτερο, κι έτσι ο Δίωνας είχε άμεση πρόσβαση στη βασιλική αυλή.

Ο Δίωνας προσκάλεσε τον Πλάτωνα στις Συρακούσες και τον παρουσίασε στον τύραννο Διονύσιο Α’. Είναι φανερό ότι ο Πλάτωνας, μέσω της γνωριμίας του με τον Δίωνα και με τον Διονύσιο, είδε στο πρόσωπο του βασιλιά την ευκαιρία να τον κατηχήσει και να τον χρησιμοποιήσει για να εφαρμόσει στις Συρακούσες το ουτοπικό πολιτικό σύστημα που περιγράφει στην Πολιτεία του.

Είχε έρθει η στιγμή για το μεγάλο πείραμα. Αλλά η τύχη δεν ήταν με το μέρος του. Ο τύραννος, που διακατεχόταν από έντονο σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στους διανοούμενους (όπως, άλλωστε, όλοι οι άνθρωποι με κάποια εξουσία), αρεσκόταν στο να τους ταπεινώνει και να τους υποτιμά, και μια μέρα είπε στον Πλάτωνα: «Όσα λες είναι τελείως ανόητα, γιατί είσαι ένας ανόητος» κι ο Πλάτωνας απάντησε: «Κι εσύ είσαι ένας μικρόνοος αυθάδης».

Έτσι, ο Διονύσιος τον απέλασε από τις Συρακούσες, τον έβαλε μέσα σε ένα καράβι για να επιστρέψει στην Ελλάδα, αλλά διέταξε το πλήρωμα να τον συλλάβει και να τον αλυσοδέσει μόλις σαλπάρουν και να τον πουλήσουν σαν σκλάβο. Το καράβι προσάραξε στην Αίγινα, ένα νησί που ήταν σε στενή συμμαχία με τους Σπαρτιάτες βρισκόταν σε εμπόλεμη σχέση με την Αθήνα, και έτσι ο Αθηναίος Πλάτωνας θεωρήθηκε αιχμάλωτος πολέμου, και πουλήθηκε ως δούλος. Ευτυχώς, εκεί τον αναγνώρισε κάποιος πλούσιος άνθρωπος ονόματι Αννίκερις από την Κυρήνη, πλήρωσε το μεγάλο ποσό των τριών χιλιάδων δραχμών για να τον αγοράσει, και έπειτα του πρόσφερε την ελευθερία του αρνούμενος να δεχθεί τα χρήματα από τους φίλους του Πλάτωνα που στο μεταξύ είχαν ειδοποιηθεί και τα είχαν συγκεντρώσει για να τον εξαγοράσουν. Με το κεφάλαιο αυτών των συγκεντρωμένων χρημάτων ιδρύθηκε η «Ακαδημία»!

Η Ακαδημία του Πλάτωνα, ιστορικά, δεν ήταν το πρώτο πανεπιστήμιο της Ευρώπης όπως έχει ειπωθεί λανθασμένα, αφού είχε προηγηθεί ήδη τουλάχιστον η σχολή του Πυθαγόρα στον Κρότωνα και η σχολή του Ισοκράτη στην Αθήνα, αλλά ουσιαστικά ήταν όντως το πρώτο πανεπιστήμιο της Ευρώπης όπως το καταλαβαίνουμε σήμερα, διότι πραγματικά δίδασκε όλες τις επιστήμες: εκεί μπορούσες να διδαχθείς γεωμετρία, μαθηματικά, νομικά, μουσική, ιστορία, ηθική, διαλεκτική, ρητορική, κ.ά.. Υπήρχαν βοηθοί που δίδασκαν είτε με διαλέξεις, είτε με διάλογους, δημόσιες συζητήσεις, κλπ. φυσικά, η Ακαδημία δεχόταν και γυναίκες, μια και ο Πλάτωνας ήταν ένθερμος φεμινιστής.

Στην Αθήνα, η Ακαδημία ήταν αφιερωμένη στις Μούσες και υποτίθεται ότι οι Μούσες λατρεύονταν εκεί από τους εταίρους. Ο Πλάτωνας είχε μάθει το μάθημα του από το πάθημα του Σωκράτη και των πάμπολλων άλλων φιλοσόφων που είχαν καταδικαστεί για αθεΐα και καινοτομία. Οι Μούσες ήταν το τέλειο και το πιο έντιμο άλλοθι. Αντιπροσώπευαν συμβολικά τις τέχνες και την έμπνευση, που πραγματικά τις λάτρευαν οι ακαδημαϊκοί, αλλά ήταν και θεές, οπότε τα είχαν καλά και με το ιερατείο. Αυτό το άλλοθι αργότερα χρησιμοποιήθηκε και από τις πρώτες μεγάλες βιβλιοθήκες, όπως αυτή της Αλεξάνδρειας και γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν επίσημα τον τίτλο «μουσείο» που στην πάροδο του χρόνου μεταλλάχθηκε στην έννοια που του δίνουμε σήμερα.

Στην Ακαδημία ο Πλάτωνας και οι εταίροι του, μεταξύ άλλων έδιναν και θεματικές εργασίες στους μαθητές, σχεδόν πάντα τελείως ασυνήθιστες και παράξενες στα μάπα των αμύητων.

Να ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου θέματος: «Βρείτε τους νόμους που διέπουν τη φαινομενικά άτακτη κίνηση των πλανητών και αντιπαραβάλετε τους με τους νόμους που κυβερνούν τις πράξεις των ανθρώπων» Έτσι, λοιπόν, ο Πλάτωνας είχε επιστρέψει στην Αθήνα, οργανώνοντας την Ακαδημία του, φτιάχνοντας ένα ιδεατό ορμητήριο. Αφού η Αθήνα ήταν αυτό που ήταν, ο Πλάτωνας θα έφτιαχνε έναν δικό του μικρόκοσμο, ένα καταφύγιο της γνώσης και των ιδεών, ένα ιδεατό καταφύγιο καταμεσής στην απογοητευτική καθημερινή πραγματικότητα, μια μικρή ουτοπία μέσα στην ατοπία.

Στον μικρόκοσμο αυτόν, μπορούσε μαζί με τους φίλους του να ασχοληθεί, απερίσπαστος και προστατευμένος, με τα πνευματικά πράγματα και τις μελέτες και τις διδασκαλίες, κλείνοντας απ’ έξω όλον τον υπόλοιπο υλικό κόσμο. Στο αέτωμα της εισόδου της σχολής υπήρχε μία επιγραφή που διέταζε: «Ουδείς αγεωμέτρητος εισίτω». Μια ανάμνηση του Πυθαγόρα.

Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς μιλούν για την Ακαδημία του Πλάτωνα με επικριτικό τρόπο, θεωρώντας την ως ένα ίδρυμα που φιλοξενούσε πλούσιους κουλτουριάρηδες τύπους, εξαιρετικά σνομπ και επιδειξίες, οι μαθητές -οι περισσότεροι γόνοι καλών και αριστοκρατικών οικογενειών- ντύνονταν με κομψά και ακριβά ρούχα- είχαν δικές τους αναγνωριστικές χειρονομίες και χαιρετισμούς, μιλούσαν όλοι με ένα ιδιαίτερο ύφος και λεξιλόγιο και είχαν τη συνήθεια να ανταλλάσσουν μεταξύ τους με επιδεικτικό τρόπο πανάκριβα δώρα. Ανάμεσα στους μαθητές του Πλάτωνα υπήρχαν και άνθρωποι που θα εξελίσσονταν σε πολύ αξιόλογα μέλη της Ακαδημίας, όπως ο Αριστοτέλης και ο Εύδοξος.

Στην Αθήνα, ο Πλάτωνας τα πήγαινε αρκετά καλά με τις αριστοκρατικές οικογένειες, σε μια από τις οποίες ανήκε και ο ίδιος και στις οποίες ανήκαν οι περισσότεροι από τους μαθητές του και, σε συνδυασμό με τη λατρεία των Μουσών, αυτό μάλλον εξηγεί γιατί δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα τελικά. Μπορεί να εφάρμοζε πλέον έστω και σε μικρή μυστική κλίμακα στην Ακαδημία την Πολιτεία του κατά προσέγγιση, αλλά αυτό δεν τον έκανε να παρατήσει τις ελπίδες και τις βλέψεις του να τα καταφέρει να εφαρμόσει την ουτοπία του και σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Παραδόξως, η δεύτερη ευκαιρία ήρθε και πάλι από τις Συρακούσες πάλι μέσω του καλού του φίλου Δίωνα. Ο τύραννος Διονύσιος είχε πεθάνει και στον θρόνο τον διαδέχτηκε ο υιός του, ο Διονύσιος ο Β΄. Αλλά ο νέος τύραννος δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένος για την ανάληψη των καθηκόντων του, διότι ο πατέρας του, δυστυχώς και καχύποπτος όπως ήταν, είχε φροντίσει να κρατήσει τον γιο του μακριά από τα πολιτικά πράγματα. Κι έτσι, στην αρχή ο Διονύσιος Β΄ βρισκόταν υπό την επιρροή του θείου του, του Δίωνα, ο οποίος και τον παρότρυνε να προσκαλέσει τον Πλάτωνα στις Συρακούσες για να του διδάξει πώς να κυβερνά και να τον καθοδηγήσει προς τη σοφία.

Ο Διονύσιος Β’ έστειλε ογδόντα τάλαντα στην Ακαδημία, (κι ίσως γι’ αυτό ο Πλάτων να είχε αργότερα τόσο υπομονή μαζί του). Ο Πλάτωνας αποδέχτηκε την πρόσκληση, αφού είδε να αναζωπυρώνονται οι ελπίδες του για την εφαρμογή της Πολιτείας του και, αν και εξήντα χρονών πια, έκανε το ταξίδι και ξαναγύρισε έτσι στον τόπο που του είχε προκαλέσει την άσχημη περιπέτεια της δουλείας, προσδοκώντας ότι η επιρροή του Δίωνα θα εξασφάλιζε να μην επαναληφθεί κάτι παρόμοιο. Ο Δίωνας παρίστανε τον τύραννο ως μέγα εραστή της φιλοσοφίας και της παιδείας, λέγοντας στον Πλάτωνα ότι αν υπήρχε μια ευκαιρία να εφαρμόσει τις ιδέες του, αυτή η ευκαιρία ήταν τώρα.

Όταν έφτασε ο Πλάτωνας στην αυλή των Συρακουσών, απογοητεύτηκε και πάλι, γιατί βρήκε το περιβάλλον να είναι γεμάτο από συκοφαντίες και διαβολές εναντίον του Δίωνα, στην κοινωνική επιρροή του οποίου τόσες ελπίδες είχε στηρίξει. Προσπάθησε για πολλούς μήνες και με πολλούς τρόπους να αναστρέψει το κλίμα που υπήρχε κατά του φίλου του, αλλά τελικά ο Δίωνας εξορίστηκε από τον Διονύσιο, με την κατηγορία ότι υπονόμευε την εξουσία του. Ο Δίωνας κατέφυγε στην Ελλάδα, και ο Πλάτωνας συνέχισε να μένει φιλοξενούμενος του Διονυσίου, ή μάλλον αιχμάλωτός του, περιμένοντας πότε ο τύραννος θα αποκτήσει τη ροπή της φιλοσοφικής ζωής.

Όμως, μία πολεμική κινητοποίηση ανάγκασε τον Διονύσιο να εγκαταλείψει τις Συρακούσες, κι έδωσε στον Πλάτωνα την άδεια για την επιστροφή του στην Ελλάδα, με την υπόσχεση ότι στο τέλος του πολέμου θα ξανακαλέσει και αυτόν και τον Δίωνα. Έτσι ο Πλάτωνας ξαναγύρισε στην Ακαδημία του. Λίγα χρόνια αργότερα, η πρόσκληση του τυράννου εμφανίστηκε και πάλι, όπως είχε υποσχεθεί, αλλά ήταν μόνο για τον Πλάτωνα και όχι για τον Δίωνα, ο οποίος ήδη ζούσε σε ένα κτήμα δίπλα στην Ακαδημία. Στην προσπάθεια του να πείσει τον Πλάτωνα να έλθει πάλι στις Συρακούσες, ο Διονύσιος έστειλε μία τριήρη για να τον παραλάβει.

Έτσι, ο Πλάτωνας πείστηκε και ξεκίνησε για τρίτη φορά το ταξίδι, γιατί είχε λάβει επιστολές και από τον Αρχύτα και από άλλους Πυθαγορείους του Τάραντα που ήθελε να τους συναντήσει κι αυτούς. Μαζί του πήρε αρκετά επιφανή μέλη της Ακαδημίας, όπως τον Σπεύσιππο, τον Ξενοκράτη και τον Εύδοξο, αφήνοντας τον Ηρακλείδη τον Ποντικό να διοικεί την Ακαδημία. Όταν όμως έφτασε στις Συρακούσες, οι εντυπώσεις του ήταν πλέον οδυνηρές, διότι ο τύραννος όχι μόνο δεν τήρησε καμία από τις υποσχέσεις του, όχι μόνο δεν πείστηκε να ανακαλέσει τον Δίωνα, όχι μόνο κατάσχεσε όλη την περιουσία του, όχι μόνο δεν έκανε καμία κίνηση αποδοχής της φιλοσοφίας, όχι μόνο ασκούσε απαράδεκτη πολιτική, αλλά όταν ο Πλάτωνας προσπάθησε να τον νουθετήσει τελικά τον κατηγόρησε κι αυτόν για υπονόμευση της εξουσίας του και για συνωμοσία. Έμεινε αιχμάλωτος του Διονυσίου μαζί με τους φίλους του, ώσπου ο Αρχύτας και οι Πυθαγόρειοι κατάφεραν να τους φυγαδεύσουν από τις Συρακούσες με περιπετειώδη τρόπο, και τελικά μπόρεσαν να επιστρέψουν στο καταφύγιο της Ακαδημίας!!!

Academy Plato
Αλλά η ιστορία δεν τελείωσε εκεί

Ο Δίωνας, όταν τα έμαθε όλα αυτά, κατάφερε να μαζέψει στρατό και να εκστρατεύσει εναντίον των Συρακουσών για να εκθρονίσει τον Διονύσιο Β΄. Απώτερος σκοπός του ήταν να καταφέρει να εγκαθιδρύσει επιτέλους εκεί την Πλατωνική Πολιτεία. Η εκστρατεία πέτυχε, ο Διονύσιος δραπέτευσε, και ο Δίωνας άρχισε να ασχολείται με την εσωτερική οργάνωση του κράτους, καλώντας και πάλι τον Πλάτωνα να έλθει μαζί με όλους τους εταίρους του για να εγκαθιδρύσουν επιτέλους την ουτοπία. Καθώς όμως όλοι ετοίμαζαν τις αποσκευές τους, ήρθαν τα νέα ότι ο Δίωνας δολοφονήθηκε από το μαχαίρι του Αθηναίου Καλίππου, ο οποίος μάλιστα ήταν και μαθητής του Πλάτωνα και μέλος της Ακαδημίας. Έπειτα από αυτό, ο Πλάτωνας ένιωσε μεγάλη ντροπή και θλίψη, και έπεσε σε βαθιά μελαγχολία.

Ο ανιψιός του Δίωνα, ο Ιππαρίνος, κατάφερε να εκδιώξει τον δολοφόνο και να καταλάβει την εξουσία, δηλώνοντας ότι ήθελε να συνεχίσει το έργο του Δίωνα, και κάλεσε τον Πλάτωνα να του δώσει οδηγίες για το πολιτικό έργο που απαιτούταν. Ο Πλάτωνας, όμως, είχε ήδη απογοητευτεί πάρα πολύ και δεν έτρεφε πλέον ελπίδες ότι θα εφαρμοζόταν ποτέ το σύστημα της Πολιτείας του. Έστειλε κάποιες συμβουλευτικές επιστολές κι αυτό ήταν όλο, ένιωθε πια πολύ γέρος για νέες μεγάλες περιπέτειες.

Δεν έφευγε πια από την Αθήνα παρά σε ελάχιστα ταξίδια. Η Ακαδημία τον είχε πλέον απορροφήσει τελείως. Όταν δεν δίδασκε και δεν μελετούσε, έβγαινε μαζί με τους αγαπημένους του μαθητές και φίλους κάνοντας μεγάλους περιπάτους, εξασκώντας τους στην τέχνη του διαλόγου. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με την πεζή πραγματικότητα και την κοινωνία.

Ο Πλάτωνας μπορεί να μην είδε την ουτοπία να πραγματοποιείται, αλλά είχε κερδίσει το φως της γνώσης, των ιδεών, της φιλίας, είχε κατακτήσει πολλά από τα μυστήρια του κόσμου, ήταν ένας συγκλονιστικός δάσκαλος. Είχε εξελιχθεί σε ένα σπανιότατο ανθρώπινο ον. Ο Πλάτωνας ήταν ένας αγνός άνθρωπος, έντιμος άνδρας, ευθύς, ήρεμος, καθόλου υπεροπτικός, ακτινοβολούσε από σοφία και γνώση, και ήταν φανερό πως είχε μια θερμή αγάπη για τον άνθρωπο και για την ανώτερη αποστολή του. Ήταν ένας αληθινά ευγενής σοφός.

Πέρα από τις ιδέες του και τη σοφία του, του άρεσε να διηγείται πολύ διασκεδαστικές ιστορίες και ανέκδοτα, και είχε εξαιρετικό χιούμορ, και ήταν ένας πολύ καλός φίλος για όλους τους φίλους του. Με διασκεδαστικές αφηγήσεις από τη ζωή του και συναρπαστικούς φιλοσοφικούς διάλογους με φίλους καρδιακούς, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ενοικώντας πλέον αποκλειστικά στον κόσμο του πνεύματος. Ήταν ευτυχισμένος.

Κάποιες πληροφορίες λένε ότι ο Πλάτωνας πέθανε γράφοντας, όταν έσπασε η καλαμένια πένα του την ώρα που κατέγραφε κάποιες σημαντικές ιδέες. Αλλά υπάρχει και μια άλλη εκδοχή για τον θάνατό του, που ακούγεται πολύ πιο πιθανή και έγκυρη. Μια μέρα ένας από τους καλούς μαθητές του παντρευόταν και ζήτησε από τον δάσκαλο να γίνει κουμπάρος του. Ο γερο-Πλάτωνας, παρά την ηλικία του των ογδόντα ετών, πήγε στη γιορτή, διασκέδασε μαζί με τους νεαρούς μέχρι αργά τη νύχτα, κι ίσως να ήπιε λίγο παραπάνω απ’ ότι έπρεπε. Ένιωσε κουρασμένος και αποτραβήχτηκε σε μια γωνιά για να κοιμηθεί, ενώ η γιορτή συνεχιζόταν. Το επόμενο πρωί τον βρήκαν εκεί νεκρό. Είχε πεθάνει στον ύπνο του χωρίς να το καταλάβει, όπως πεθαίνουν όλοι οι ευτυχισμένοι και γαλήνιοι άνθρωποι.

@Παντελής Γιαννουλάκης /από το βιβλίο του «Η αλήθεια για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους»

@Γ. Κορδάτου: «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας», έκδ. «Μπουκουμάνη», Αθήνα, 1972.

@Φωτογραφίες: GYPAS

Οι Προφητείες του Πλάτωνα για τον 21ο Αιώνα


Ο Πλάτωνας γεννήθηκε το 428 π.X., το μήνα Θαργηλίωνα (Μάιος) και καταγόταν από αρχοντική γενιά. Είχε πάρει μουσική και γυμναστική αγωγή και είχε πολύ καλές μαθηματικές γνώσεις. Ήταν μαθητής του Σωκράτη και το γεγονός ότι το 399 π.Χ. ο Δάσκαλός του καταδικάστηκε να πιει το κώνειο, ήταν ένα πολύ συνταρακτικό χτύπημα για την ελεύθερη και ανήσυχη ψυχή του. Κατάλαβε ότι η πολιτική της πατρίδας του δημιουργούσε ένα αγεφύρωτο χάσμα για τη φιλοσοφική, ελεύθερη και ανήσυχη σκέψη που πρέσβευε ο ίδιος και ξεκίνησε να ταξιδεύει.

Στην Κάτω Ιταλία γνώρισε τον Πυθαγορισμό, στην Αίγυπτο μυήθηκε στα Μυστήρια των Πυραμίδων και  ήταν Αρχιεροφάντης στα Ελευσίνια Μυστήρια. Στις Συρακούσες προσπάθησε να ιδρύσει την ιδανική του πολιτεία, άλλα έπεσε θύμα των ραδιουργιών της αυλής του Βασιλιά και μόλις που γλίτωσε τη ζωή του. Στην Αθήνα ίδρυσε τη δική του σχολή-Ακαδημία, η οποία κράτησε σχεδόν χίλια χρόνια, μέχρι το 529 μ.Χ. και την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού.

Διασώθηκαν αρκετά έργα του όπως οι «Νόμοι», το «Συμπόσιο», η «Πολιτεία» και αρκετά άλλα που επηρέασαν όλους του μετέπειτα Φιλόσοφους και Επιστήμονες. Το συγκεκριμένο άρθρο αναφέρεται στο 7ο κεφάλαιο της «Πολιτείας», στο οποίο ο Πλάτωνας παρομοιάζει τον κόσμο που ζούμε σαν μια σκοτεινή σπηλιά.

Ας δούμε περιληπτικά αυτήν την αρχαία παραβολή, η οποία μοιάζει πάρα πολύ με τον τρόπο που λειτουργεί ο σημερινός πολιτισμός, αν και έχουν περάσει 2.500 χρόνια από τότε που γράφτηκε.

Υπάρχει μια μεγάλη σπηλιά, σκοτεινή, που μέσα της κατοικούν πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι ονομάζονται δεσμώτες. Είναι δεμένοι στις θέσεις τους και δεν μπορούν να κοιτάξουν γύρω τους. Πίσω τους κυκλοφορούν διάφοροι άνθρωποι οι οποίοι κουβαλάνε κάποια αντικείμενα, έμψυχα και άψυχα. Το φως που έρχεται από την είσοδο της σπηλιάς περνά μέσα από αυτά τα αντικείμενα και δημιουργεί σκιές μπροστά στα μάτια των ανθρώπων – δεσμωτών. Αφού λοιπόν δεν μπορούν να κοιτάξουν γύρω τους ούτε και πίσω τους, λόγω των δεσμών που τους καθηλώνουν, δέχονται ως πραγματικότητα μόνο ό,τι βλέπουν μπροστά τους, δηλαδή τις σκιές. Όλο αυτό το σκηνικό είναι στημένο με τέτοιο τρόπο, ώστε οι άνθρωποι-δεσμώτες να ζουν μέσα στο σκοτάδι, έχοντας μια ψεύτικη εικόνα για την πραγματικότητα. Είναι δε τα δεσμά τους τόσο δυνατά, που τους καθηλώνουν ακίνητους, χωρίς να μπορούν να κάνουν την παραμικρή κίνηση ελευθερίας για να ανακαλύψουν την πραγματική αλήθεια. Αυτή η εικόνα μοιάζει πολύ με αυτήν της σημερινής μας κοινωνίας. Ο άνθρωπος διαμορφώνεται και μεγαλώνει με μοναδικό στόχο την απόκτηση υλικών αγαθών (σκιές), χωρίς να του δίνεται η δυνατότητα να καλλιεργήσει αρετές και αξίες για να μπορέσει να ονειρευτεί μεγάλα ιδανικά και πνευματικά Ιδεώδη.

Οι Αρετές και οι Ανθρώπινες αξίες παρουσιάζονται με τέτοιο τρόπο και είναι τόσο καλά καλυμμένες με το πολύχρωμο και πολυτελές περιτύλιγμα που τις περιβάλει, που ο άνθρωπος του 21ου αιώνα μένει τελείως επιφανειακός. Ασχολείται τόσο πολύ με αυτό το περιτύλιγμα, που δεν βάζει ανώτερους στόχους, ούτε βλέπει την πραγματικότητα. Ζει μια ζωή εγκλωβισμένος ανάμεσα στις σκιές που κάποιοι του επέβαλαν ως πραγματικότητα, λέγοντάς του ότι δεν υπάρχει τίποτε πίσω από αυτό το ωραίο περιτύλιγμα. Έτσι μένει δούλος των αφεντικών της σπηλιάς κι εφ’ όσον πιστεύει στις σκιές, γίνεται σκιά του πραγματικού του εαυτού.

Συνεχίζοντας ο Πλάτωνας αναφέρει πως υπάρχει και η περίπτωση να καταφέρει κάποιος άνθρωπος να σπάσει τα δεσμά του και να κοιτάξει πίσω του, εκεί από όπου έρχεται το φως. Στην αρχή θα τυφλωθεί από την επαφή του με το φως. Κι αν ανάγκαζε κάποιος  αυτόν τον άνθρωπο να ζήσει κάτω από τη φωτεινότητα του ήλιου, έξω από τη σπηλιά, τότε θα τρελαινόταν.

Χρειάζεται λοιπόν να προχωρήσει σιγά σιγά κι έτσι θα καταφέρει να συνηθίσει, να αντιληφθεί ότι ο αληθινός κόσμος βρίσκεται έξω από τη σπηλιά κι ότι οι σκιές που εκείνος θεωρούσε ως πραγματικότητα είναι απλώς αντανάκλαση του φωτός του ήλιου. Αυτή η ανακάλυψη θα τον μετατρέψει σ’ έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, σε έναν σοφό και δεν θα θελήσει να επιστρέψει μέσα στη σπηλιά.

Αν όμως αποφασίσει, από αγάπη για την ανθρωπότητα, να επιστρέψει πίσω στους δεσμώτες, μέσα στη σπηλιά, τότε θα χρειαζόταν πάλι ένα χρονικό διάστημα για να συνηθίσει το σκοτάδι και να μπορέσουν να προσαρμοστούν τα μάτια του μέσα σ’ αυτήν. Μετά, όπως είναι φυσικό, θα προσπαθήσει να εξηγήσει στους δεσμώτες-ανθρώπους την αλήθεια. Αλλά, όπως γράφει ο Πλάτωνας, αυτοί θα νομίζουν ότι προσπαθεί να τους εξαπατήσει και θα τον κυνηγήσουν ή θα τον σκοτώσουν.

Κάποιος που έχει διαβάσει το βιβλίο «Ο Γλάρος Ιωνάθαν», βλέπει  πολλές ομοιότητες μεταξύ του Ανθρώπου που καταφέρνει και σπάει τα δεσμά της σπηλιάς και του γλάρου Ιωνάθαν. Γιατί κι αυτός καταφέρνει να πετά ελεύθερος και αναπτύσσοντας μεγάλες ταχύτητες ξεφεύγει από την απλή ζωή ενός γλάρου, που το μόνο που τον απασχολεί είναι πώς θα αποκτήσει το φαγητό του.

Ο Πλάτωνας εξηγεί στο βιβλίο του πως όποιος καταφέρει και σπάσει τα δεσμά του και απελευθερωθεί, είναι αυτός που καλλιεργεί την ξύπνια συνείδηση. Βασισμένος τότε  πάνω στις Ανθρώπινες αξίες και αρετές, καταφέρνει να γίνει Ελεύθερος και Δημιουργικός και να κατακτήσει το ανώτερο μέρος του εαυτού του, ακολουθώντας ένα αληθινό Φιλοσοφικό Δρόμο. Βέβαια  είναι ένας δύσκολος Δρόμος με πολλά εμπόδια, λόγω των μακροχρόνιων δεσμών, αλλά οδηγεί στην αληθινή Ευτυχία.

Αυτός που από αληθινή αγάπη για την ανθρωπότητα επιστρέφει μέσα στη σπηλιά για να βοηθήσει τους δεσμώτες να απελευθερωθούν, πραγματώνει τον Πολιτικό Δρόμο. Δηλαδή πραγματικός Πολιτικός είναι αυτός που κατάφερε πρώτα ο ίδιος να απελευθερωθεί από τα δεσμά του, να ελέγξει τα ελαττώματα του και να καλλιεργήσει Ανθρώπινες αξίες και Αρετές και μετά να οδηγήσει με σοφία τους άλλους ανθρώπους. Ο πραγματικός Πολιτικός δεν στηρίζεται στη γνώμη των πολλών, αλλά στη Γνώση και την Ηθική που έχει καλλιεργήσει μέσα του.

Από αυτήν την τόσο αρχαία αλλά και τόσο επίκαιρη παραβολή, μπορούμε να βγάλουμε πολλά συμπεράσματα. Συμπεράσματα που δεν είναι βασισμένα σε ψυχολογικές επιθυμίες και ανεκπλήρωτα απωθημένα, αλλά στη χιλιόχρονη Σοφία που άφησαν πολλοί μεγάλοι Φιλόσοφοι και Επιστήμονες σε πολλούς Πολιτισμούς, σε διαφορετικές εποχές, σε όλη τη Γη.

Όταν δεν αφιερώνουμε χρόνο για την αναζήτηση της Αλήθειας και δεν καλλιεργούμε μια σφαιρική και ελεύθερη σκέψη, τότε παραμένουμε εγκλωβισμένοι στα σκοτάδια της άγνοιας και της παραπληροφόρησης. Ταυτόχρονα, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, γινόμαστε εύκολα θύματα της πλύσης εγκεφάλου που μας επιβάλλουν, αυτοί που κινούν τα νήματα για έναν προσανατολισμό αποκλειστικά προς την ύλη.

Μόνο όποιος καταφέρει και τινάξει από πάνω του τα δεσμά των αδυναμιών του και των ψεύτικων εντυπώσεων που του έχουν επιβάλλει, μόνο αυτός που βαδίζει ένα Δρόμο ανηφορικό προς τη δική του κορυφή και καταφέρνει και ξεπερνά τις δυσκολίες και τα εμπόδια, βγάζοντας θετικά συμπεράσματα, μόνο αυτός θα αντιληφτεί τη ματαιότητα των σκιών που κινούνται μπροστά του.

Τα σωστά πρότυπα υπάρχουν, οι απαντήσεις έχουν δοθεί, ας κοιτάξουμε γύρω μας και θα ανακαλύψουμε την πραγματικότητα όπως είναι και όχι όπως μας παρουσιάζεται.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Πολιτεία του Πλάτωνα, Εκδόσεις Πάπυρος
Πηγή: nea-acropoli-athens.gr

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑΗ ιερή ανατομία του σύμπαντος μέσα στον άνθρωπο κατά τον Πλάτωνα


Ο Πλάτωνας στο βιβλίο του Τίμαιος ή Περί Φύσεως, εξηγεί διεξοδικά την κατασκευή του ανθρώπινου σώματος.

Ο εγκέφαλος έλεγε, είναι το όργανο στο ανθρώπινο σώμα που μέσα σε αυτόν βρίσκεται αναμεμιγμένη η ψυχή. Μέσα στον εγκέφαλο βρίσκεται η θεία συνείδηση. Ο εγκέφαλος βρίσκεται στο κεφάλι, το υψηλότερο μέρος του ανθρώπινου σώματος. Ο νωτιαίος μυελός που είναι η συνέχεια του εγκεφάλου, διατρέχει όλη την σπονδυλική στήλη. (Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν ιερά σήραγγα ή ιερό καλάμι ή σωλήνα). Ο νωτιαίος μυελός καταλήγει στο χαμηλότερο σημείο του σώματος που είναι και το πλησιέστερο στη γη. Το σπέρμα είναι στην ουσία ένα είδος εγκεφαλονωτιαίου μυελού. Αυτός ο μυελός ή η πνευματική ουσία είναι τόσο ισχυρή που μπορεί με την είσοδο της στη μήτρα να παράγει καινούρια ζωή. Η θεία συνείδηση αναμεμιγμένη με τις ουσίες του σώματος, κατεβαίνει από ψηλά στο κεφάλι και καταλήγει στο χαμηλότερο ενεργειακό κέντρο.

Αυτό το κέντρο ονομάζεται Μουλαντάρ στα σανσκριτικά και σημαίνει υποστηρικτική ρίζα. Όλες οι ουσίες του σώματος καταλήγουν σε αυτή την υποστηρικτική ρίζα. Σε αυτή την υποστηρικτική ρίζα υπάρχει υψηλή συγκέντρωση χυμού ή μυελού. Μέσα στον μυελό κρύβεται η πνευματική ενέργεια και αυτή καταλήγει μέσω των υγρών του σώματος στο κατώτερο κέντρο. Όταν γίνεται άσκοπη κατασπατάληση των υγρών του σώματος γίνεται κατασπατάληση της ενέργειας της ψυχής. Ή γίνεται κατασπατάληση της πνευματικής καθαρότητας. Αυτό συμβαίνει γιατί η φυσική ουσία που στο σώμα συγκεντρώνει τον αιθέρα και το άρωμα της ψυχής, είναι το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Δεν υπάρχει όμως καμία «αμαρτία» πίσω από την κατασπατάληση της ενέργειας της ψυχής. Απλά πίσω από την άσκοπη κατασπατάληση, υπάρχει η άγνοια για την φύση των πραγμάτων και ταυτόχρονα η λεγόμενη προσκόλληση στα κατώτερα στρώματα.

Ας σταθούμε για λίγο στα λόγια του Πλάτωνα για την κατασκευή του ανθρώπινου σώματος.

Μέσα σε αυτή την κατασκευή και μέσα στο υλικό σώμα βρίσκεται ο Θεός. Ο Θεός είναι αναμεμιγμένος με μαεστρία μέσα στο υλικό σώμα. Η συγκεκριμένη θεολογική γνώση του Πλάτωνα, έρχεται και κουμπώνει με την ανατολική γνώση περί θεότητας. Η ανατολική θεολογία στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην γνώση της ύπαρξης του Θεού μέσα στο σώμα. Μέσα σε κάθε σώμα και αναμεμιγμένο μέσα στα υγρά, τις σάρκες και τον σκελετό, έχει γίνει πρόβλεψη να βρίσκεται ο δημιουργός. Αυτό σαν γνώση είναι πολύ-πολύ σημαντική. Έτσι, το γεγονός ότι οι άνθρωποι κάνουν διαλογισμό γυρνώντας μέσα σε αυτούς για να βρουν τον Θεό, ακούγεται όμορφο και φυσιολογικό. Αναπαύει την καρδιά του ανθρώπου μια αληθινή γνώση σαν και αυτή.

Είναι χρειαζούμενο να ξέρεις ότι ο Θεός βρίσκεται, όντως, μέσα στον άνθρωπο. Υπάρχει σαν δυνατότητα μέσα σε αυτόν, εάν ο ίδιος κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Μέσα στο σώμα το ίδιο και σε υλική μορφή, υπάρχει η ανάμιξη της θεϊκής ενέργειας. Εάν δεν κινηθεί όμως κάποιος προς τα επάνω, δεν πρόκειται ποτά να το διαπιστώσει. Το ανθρώπινο σώμα, μικρογραφία ολάκερης της ύπαρξης, εμπεριέχει μέσα σε αυτό, ακόμα και την υψηλότερη μορφή δημιουργίας. Ο άνθρωπος είναι ένα ακριβές αντίγραφο της δημιουργίας. Είναι υλοποιημένος καθ’εικόνα και ομοίωση. Είναι καιρός να ακούσεις αυτά τα λόγια, γνωρίζοντας ότι αυτά, αντιπροσωπεύουν ολάκερη την αλήθεια. Ακριβώς, επειδή ο Θεός ήδη βρίσκεται μέσα σε αυτόν, υπάρχει η δυνατότητα να τον βρει. Οι άνθρωποι κοιτώντας προς τα επάνω, (μιλώντας για το θείο), αναγνωρίζουν το μέρος της δημιουργίας που βρίσκεται έξω από αυτούς. Το σωστότερο όμως, θα ήταν να εστιάζονταν μέσα σε αυτούς.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Ελένης Ιεροδιακόνου “Φως και Χρόνος”, των εκδόσεων Ι.Ε. Αρχέγονο. 

Πλάτωνας: Όταν κατορθώσουμε να βρούμε αυτόν τον άνθρωπο που μας ενώνει η συμπαντική αόρατη κλωστή


Γράφει η Σοφία-Αριάδνη Α.

Ο έρωτας και το δειλό του καθρέφτισμα (ή Ερωτευόμαστε την ιδέα ή το είδωλο;)

Ο αγαπημένος φιλόσοφος Πλάτωνας οραματίστηκε τον μαγευτικό κόσμο των ιδεών κι έγραψε για αυτήν την παράξενη και γοητευτική σύλληψη, για τις αιώνιες και άυλες ιδέες στον πνευματικό κόσμο ,πέρα από τις παρυφές του σύμπαντος και τα θλιβερά τους είδωλα στον υλικό κόσμο.

Εξηγούσε ακόμη πως όταν αντικρίζουμε το αγαπημένο μας πρόσωπο πάνω στη γη, βλέπουμε στα μάτια του μια θολή και μακρινή αντανάκλαση αυτού που αγαπήσαμε κάποτε στον κόσμο των ιδεών.

Δεν μπορούμε ακριβώς να θυμηθούμε τι ήταν αυτό, η μνήμη μας έχει ξεθωριάσει καθώς ενσαρκωθήκαμε στον επίγειο κόσμο, κι έτσι ερωτευόμαστε παράφορα αυτό το πρόσωπο, γιατί η ψυχή μας κάπου στο βάθος ανακαλεί στα βάθη των ματιών του τις τέλειες, αιώνιες και καθαρές ιδέες.

Μπορεί να ακούγεται παρωχημένη και ρομαντική η ιστορία του Πλάτωνα, ίσως σε κάποιους θυμίζει αφελές παιδικό παραμύθι. Έχετε αναρωτηθεί όμως για την επίμονη τάση μας να εξιδανικεύουμε τον άνθρωπο που ερωτευόμαστε;

Μέσα στο μυαλό και την ψυχή μας εντυπώνουμε όλα αυτά τα υπέροχα χαρακτηριστικά που θα επιθυμούσαμε να διαθέτει το αντικείμενο του έρωτά μας και τα προβάλλουμε σε αυτό σαν καθρέφτισμα σε λίμνη.

Όλη η ομορφιά, όλη η γλύκα, ο πόθος, το χαμόγελο, όλο το φως του κόσμου αντανακλάται στο πρόσωπο που αγαπάμε-ή που νομίζουμε πως αγαπάμε. Πόσες φορές, όταν το δυνατό φως του έρωτα θόλωσε το βλέμμα μας, εξιδανικεύσαμε και θεοποιήσαμε το πρόσωπο αυτό;

Πόσες φορές το τοποθετήσαμε σαν ιερό ειδώλιο σε αρχαίο βωμό και το λατρέψαμε; Πόσες φορές το μυαλό και η καρδιά μας έβαλαν τόσο ψηλά αυτό το πρόσωπο, ώστε να μην τολμούμε καν να το αγγίξουμε αισθανόμενοι ανεπαρκείς και ευάλωτοι;

Όμως η διάψευση και η ματαίωση ελλοχεύει κάπου εκεί κοντά… Όταν πονάμε βαθιά, γιατί ο αγαπημένος μας διαψεύδει τις υψηλές προσδοκίες μας.

Όταν το αντικείμενο της λατρείας μας αμείλικτα σκοτώνει τα όνειρα που πλάσαμε για αυτό, όταν δεν μας αγαπά όπως θα θέλαμε, όταν δεν μας υπόσχεται την άνευ όρων αγάπη που θα επιθυμούσαμε, όταν μας φέρνει στα μάτια δάκρυα απόγνωσης και απελπισίας. Οι προσδοκίες μας καταρρέουν μία μία σαν χάρτινος πύργος και μας αφήνουν με τα χέρια άδεια, με τα όνειρα μεταμορφωμένα σε στάχτη, με την αγάπη μας ανανταπόδοτη, με την καρδιά πληγωμένη και προδομένη.

Ίσως περιμέναμε πάρα πολλά… Γιατί το πρόσωπο αυτό δεν ήταν αληθινό, παρά ένα δειλό καθρέφτισμα αυτού του μεγάλου, του υψηλού, του ιδεατού που προαιώνια γεύθηκε η ψυχή μας σε έναν κόσμο πνευματικό, σε έναν κόσμο όπου μπορούσαμε να δούμε τις ιδέες καθαρές, ολοκληρωμένες και τέλειες, αψεγάδιαστες και αληθινές, την αγάπη και τον έρωτα σε πλήρη και αρμονική ένωση.

Ο υλικός κόσμος είναι ατελής. Ατελές το σώμα μας, η ύπαρξή μας, το μυαλό μας. Μόνο η ψυχή θυμάται, αλλά παραμένει σιωπηλή και αινιγματική στα απύθμενα βάθη του εαυτού μας, έτσι ώστε να αμφιβάλλουμε συχνά και για την ίδια της την ύπαρξη. Ίσως το πρόσωπο που αγαπήσαμε να είναι μια μακρινή ανάμνηση, μία σκιά του ιδανικού, του προαιώνιου, του τέλειου.

Μια ατελής ενσάρκωση της αγάπης, της αφοσίωσης, του πάθους, της τρυφερότητας, της ειλικρίνειας.

Αυτή η εναγώνια προσδοκία, η ελπίδα για τη μέθεξη στο μυστήριο του έρωτα, στην ένωση των Δύο κρύβει αυτήν την αλλοτινή θέαση της ιδέας της αγάπης και του έρωτα. Ο κόσμος της ύλης όμως δεν παύει να είναι ένα είδωλο, μία σκιά.

Ίσως ο μόνος τρόπος για να χειριζόμαστε τη ματαίωση είναι η επίγνωση. Η επίγνωση της ατέλειάς μας. Είμαστε γήινοι, αλλά ενωμένοι με το ουράνιο. Εκεί κοιτάζουμε, εκεί προσβλέπουμε.

Όσο δουλεύουμε πνευματικά για να βρούμε την αλήθεια μέσα μας, τόσο θα κάνουμε ειρήνη με την επίπονη συνειδητοποίηση της ατελούς μας φύσης.

Και ίσως, όταν κατορθώσουμε να βρούμε αυτόν τον άνθρωπο με τον οποίο μας ενώνει η μυστηριακή, η συμπαντική αόρατη κλωστή, να μπορέσουμε μαζί να πορευθούμε στο μαγευτικό αυτό ταξίδι της ζωής μας σε αυτήν τη γη, κρατημένοι χέρι χέρι, ψιθυρίζοντας λόγια αγάπης, υπομνήσεις της αληθινής, αιώνιας και αστείρευτης αγάπης που λάμπει με εκτυφλωτικό αθάνατο φως στον μαγικό κόσμο των πνευμάτων.

Εκεί από όπου η ψυχή μας ξεκίνησε το ταξίδι της, εκεί όπου θα επιστρέψει.
healingeffect.gr

Η πιο πικρή απογοήτευση που νιώθεις είναι όταν προσφέρεις καλοσύνη και σου την ανταποδίδουν με κακία.


Μια φράση που ειπώθηκε από τον Πλάτωνα για εκείνους τους `σταυρωτές` που συναντάμε στο δρόμο μας, που ζουν για να `κατασπαράζουν` τους άλλους…

Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

“Η πιο πικρή απογοήτευση που νιώθεις είναι όταν προσφέρεις καλοσύνη και σου την ανταποδίδουν με κακία.” είναι η πρώτη φράση που μου ήρθε στο μυαλό, καθώς ξεκινούσα να γράφω κείμενο για τον Πλάτωνα.  Στις 17 Ιουνίου 1937, ο  καθηγητής πανεπιστημίου Ιωάννης Συκουτρής, κατηγορείται ως άθεος για τη μετάφραση του «Συμποσίου» του Πλάτωνα.  Αρχικά, σκεφτόμουν να αναφερθώ σε αυτό το κείμενο, στο “Συμπόσιό” του. Η παραπάνω φράση του, ωστόσο, είχε κυριεύσει τη σκέψη μου ώστε τελικά άλλαξα γνώμη…

Η καλοσύνη, η κακία και η αχαριστία, είναι τρεις έννοιες – κατά κάποιον τρόπο-“αλληλένδετες”… Στο κείμενο που ακολουθεί, εξηγώ τί εννοώ…

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, η οικογένειά μου μού δίδασκε την αρετή της αγάπης και της καλοσύνης. Τη σπουδαιότητα του να κυριεύουν την ψυχή μας τα όμορφα συναισθήματα, μακριά από κακίες και μικροπρέπειες. Μεγαλώνοντας, όμως, “βγαίνοντας” από τη “θαλπωρή” και την ασφάλεια των γονέων, γνωρίζοντας κι αντιμετωπίζοντας ανθρώπους, συνειδητοποίησα ότι δεν έχουμε όλοι μας γαλουχηθεί με τον ίδιο τρόπο. Η “απειλή” του να σε κατασπαράξει η αχαριστία δεν είναι υπερβολή αλλά μια πραγματικότητα.

Και το χειρότερο είναι ότι η αχαριστία, δυστυχώς, δε σταματά στη μη αναγνώριση της προσφοράς σου. Καραδοκούν υποχθόνιοι τρόποι για την εξόντωσή σου…

“Τον αχάριστο άνθρωπο όταν τον καθίσεις στον ώμο σου, θα προσπαθήσει ν’ ανέβει στο κεφάλι σου” έλεγε ο Σαίξπηρ.

Η αλήθεια είναι ότι η ανθρώπινη μικρότητα τρομάζει αντικρίζοντας στο πρόσωπό της στον καθρέφτη της καλοσύνης.

Δεν είναι και λίγα τα κορυφαία παραδείγματα στην ιστορία όπου η δεσπόζει η ανθρώπινη αχαριστία και προδοσία… Περιπτώσεις; Χριστού, Σωκράτη, δίκαιου Αριστείδη…

Η αγαπημένη μου Γαλλίδα συγγραφέας, Άννα Στάελ, έλεγε ότι η συκοφαντία είναι “η δύναμη των δειλών”…

Η αχαριστία μαζί με τη συκοφαντία, είναι ένα δίδυμο που στοχεύει στη σπίλωση των ενάρετων. Κύριος σκοπός είναι ο υποβιβασμός των “καθαρών”, αγνών ανθρώπων… Είναι απογοητευτικό ότι εν έτει 2018, παρά την εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης, τις ηλεκτρονικές προόδους, τις διαστημικές κατακτήσεις, ο κώδικας ηθικής παραμένει διαβρωμένος από υποκριτικές συμπεριφορές.

Οι άνθρωποι φοβούνται τη γυμνή αλήθεια και με κάθε τρόπο υψώνουν τείχη γύρω από την πραγματικότητα. Τρομάζουν να αντικρίσουν τον αληθινό τους εαυτό. Η συμπεριφορά τους, ο τρόπος που λειτουργούν, σκέφτονται κι εκφράζονται δεν πηγάζει από τα αισθήματα της καρδιάς τους… Μπορεί να δέχονται την προσφορά της καλοσύνης, αλλά αυτό συμβαίνει όσο εξυπηρετούνται τα συμφέροντά τους… Με την πρώτη ευκαιρία είναι έτοιμοι να “κόψουν το χέρι” εκείνου που τους ευεργέτησε και να τον εξουθενώσουν…

Με τη δική μου “ρομαντική” επιθυμία για έναν καλύτερο κόσμο, ένα ανθρώπινο αύριο, σε ανάλογες περιπτώσεις χαιρεκακίας, συχνά απογοητεύομαι…  Το ζήτημα όμως είναι, τα “αγκάθια” της αχαριστίας να μην τραυματίζουν τις καλές προθέσεις και να αντιμετωπίζονται με ανωτερότητα και αξιοπρέπεια…

“Αν κρατάς καλά το λογικό σου όταν τριγύρω σου όλοι τα’χουν χαμένα και σ’εσέ της ταραχής τους ρίχνουν την αιτία…” έγραψε ο Κίπλινγκ στο περίφημο “Αν”…

Aν, λοιπόν, καταφέρνεις να σηκώνεσαι κάθε φορά που κάποιοι σε ρίχνουν, κρατώντας το κεφάλι ψηλά στις αποτυχίες, τότε θα κερδίσεις ό,τι πιο πολύτιμο έχεις… Αυτό που κανένας δεν μπορεί να στο δώσει αλλά και κανένας δεν μπορεί να στο πάρει… Τον αυτοσεβασμό σου… Κι αυτό είναι το “κλειδί” της ευτυχίας για εμένα…

30 από τις κορυφαίες ρήσεις του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου, μαθητή του Σωκράτη και δασκάλου του Αριστοτέλη.

Πλάτων… Ο σπουδαίος Έλληνας φιλόσοφος από την Αθήνα, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη. Ολόκληρο το έργο του με τη μορφή φιλοσοφικών διαλόγων έχει σωθεί κι έχει ασκήσει τεράστια επιρροή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γενικότερα στη δυτική φιλοσοφική παράδοση μέχρι και σήμερα. Θεωρείται  οικοδόμος της φιλοσοφίας κι εμπνευστής των σπουδαιότερων κοινωνικοπολιτικών οραματισμών.

To σύνολο του έργου του, τον κατατάσσει ανάμεσα στις κορυφαίες προσωπικότητες   όλων των εποχών με τη μεγαλύτερη επιρροή, μαζί με τον δάσκαλο του, Σωκράτη, και τον μαθητή του, Αριστοτέλη.

Και ποιός δεν γνωρίζει την Απολογία του Σωκράτους -μια σχετικά ακριβή καταγραφή της απολογίας του Σωκράτη στη δίκη που τον καταδίκασε σε θάνατο, το Συμπόσιο όπου μιλά για την φύση του έρωτα, ενώ σε δύο μακρούς διαλόγους, την Πολιτεία και τους Νόμους, περιέγραψε την ιδανική πολιτεία.

Ακολουθούν 30 από τις κορυφαίες ρήσεις του…
Όμοιος ομοίω αεί πελάζει. (Όμοιος τον όμοιο αγαπά κι όμοιος τον όμοιο θέλει.)
Η υπερβολική ελευθερία μοιάζει με υπερβολική δουλεία, αφού αλλάζει και τον πολίτη και την πολιτεία
Φαίνεται πως η υπερβολική ελευθερία μετατρέπεται σε υπερβολική υποδούλωση
Αυτό που αξίζει δεν είναι να ζεις για να αποκτήσεις περισσότερα αλλά να ζεις καλά
Ο θεός δεν έχει ευθύνη για τις πράξεις αυτών που έχουν ελευθερία επιλογής
Όπως λένε οι κτίστες, οι μεγάλες πέτρες δεν στέκονται καλά χωρίς τις μικρότερες.
Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του
Ένας που σκέφτεται σωστά είναι καλύτερος από μύριους που δεν σκέφτονται
Όλοι οι πόλεμοι γίνονται για την απόκτηση υλικών αγαθών
O θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο διαχωρισμός δύο πραγμάτων, του ενός απ’ το άλλο, δηλαδή της ψυχής από το σώμα.
Η τιμιότητα, ως επί το πλείστον, είναι λιγότερο επικερδής από την ατιμία.
Φόβος είναι η ψυχική ταραχή που προκαλείται από την αναμονή του κακού.
Αυτή και μόνο είναι η ρίζα από όπου ξεπετιέται ένας τύραννος: όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά είναι ο προστάτης.
Εάν ο άνθρωπος λάβει την ορθή παιδεία, μέσα του ξυπνάει σφοδρή η δύναμη και η θέληση να αναπτυχθεί ως το θεϊκότερο και ημερότερο ζώο. Αλλά αν δεν τύχη της καλής και επιμελούς ανατροφής, γίνεται το πιο άγριο απ’ όσα γεννάει η γη.
Δικαιοσύνη σημαίνει ο καθένας να νοιάζεται για τις δουλειές του και να μην αναμιγνύεται στις δουλειές των άλλων.
Δεν υπάρχει πιο ακριβής ένδειξη κακής οργάνωσης της πολιτείας, από την αφθονία γιατρών και νομικών.
Οι σοφοί μιλούν επειδή έχουν κάτι να πουν. Οι ανόητοι μιλούν επειδή πρέπει κάτι να πουν.
Μια από τις τιμωρίες που δεν καταδέχεσαι να ασχοληθείς με την πολιτική είναι ότι καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου.
Το βλάκα μπορείς να τον καταλάβεις από δυο ενδείξεις: μιλάει για πράματα που είναι γι’ αυτόν άχρηστα και εκφράζει γνώμη για κάτι που κανένας δεν τον ρωτάει.
Όταν μιλούν άσχημα για σένα, ζήσε έτσι ώστε κανένας να μην μπορεί να τους πιστέψει.
Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν
Καλύτερα να σε αδικούν παρά να αδικείς
Δεν πρέπει να νοιαζόμαστε τόσο πολύ, για το τι θα πουν για μας οι πολλοί, αλλά τι θα πει όποιος ξέρει καλά για τα δίκαια και τα άδικα, ο ένας δηλαδή και αυτή θα είναι η αλήθεια.
Άνθρωπος: αυτός που αναλογίζεται και κρίνει όσα έχει δει.
Από όλες τις ηδονές ο έπαινος είναι η πιο γλυκιά.
Η ένωση της ψυχής και του σώματος [η γέννηση] δεν είναι με κανένα τρόπο καλύτερη από το χωρισμό τους
Η ψυχή έρχεται στον Άδη χωρίς να κουβαλάει τίποτε άλλο πέρα από την παιδεία της και την αγωγή της
Η γνώση δημιουργεί ευημερία
Το καλό είναι καλό επειδή αρέσει στους θεούς ή αρέσει στους θεούς επειδή είναι καλό;
Ένας ήρωας γεννιέται ανάμεσα σε 100, ένας σοφός βρίσκεται ανάμεσα σε 1.000, αλλά ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος μπορεί να μην βρεθεί ούτε ανάμεσα σε 100.000.